Θεοδώρα Λούφα-Τζοάννου
facebook


      

Ομιλία στην εκδήλωση της Εταιρείας Ελλήνων Ευεργετών
με θέμα:
«’Εθνο-ευεργεσία και Πατριωτικός Εταιρισμός
στο διάβα της Ελληνικής Ιστορίας»

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή , 12 Σεπτεμβρίου 2014
ΣΥΝΕΔΡΙΑΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΓΕΝΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑΣ
ΜΕΣΩΝ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ
[Φραγκούδη 11 & Αλ.Πάντου ]

 

 

 

 

 

  

 

 

«Στα χνάρια της φιλικής Εταιρείας»  

 

Κυρίες και κύριοι,

Σήμερα έχουμε την τιμή να καταθέτουμε το δικό μας ψήγμα ευγνωμοσύνης προς τους Πατριώτες Ευεργέτες, χωρίς τους οποίους ίσως και να μην υπήρχαμε ως Έθνος.

Μιλώντας για ευεργέτες και ευεργεσία αξίζει να επισημάνουμε ότι πρόκειται για μια έννοια που εκφράζεται με την ίδια λέξη από τον 6ο π.Χ. αιώνα, όπως τη συναντάμε στον Πίνδαρο, στον Πλάτωνα και στον Όμηρο. Μία λέξη σύνθετη από το ευ + έργον που μας δίνει την λέξη ευεργός, δηλαδή χρήσιμος.

Συνήθως, όταν αναφερόμαστε στους ευεργέτες, η σκέψη μας πηγαίνει σε πλούσιους ανθρώπους, οι οποίοι εκτός από πλούτη έχουν και το απαιτούμενο περίσσευμα ψυχής που τους επιτρέπει να διαθέσουν ένα μέρος των αγαθών τους για το κοινό καλό.

Εδώ όμως θα πρέπει να επισημάνουμε ότι πέρα και πάνω ίσως από την ευεργεσία που εκδηλώνεται με την υλική προσφορά, υπάρχει η άλλη μορφή της. Αυτή που ξεφεύγει από τα κοινά μέτρα και εκφράζεται με την προσφορά του μόνου αληθινά πολύτιμου και αναντικατάστατου αγαθού για κάθε έμβιο όν, που δεν είναι άλλο από την ίδια τη ζωή του.

Αυτή την ευεργεσία, αυτούς τους ευεργέτες, τους πατριώτες ευεργέτες θα επιχειρήσουμε να πλησιάσουμε, σε μια προσπάθεια να κατανοήσουμε τι μπορεί να εμπνέει κάποιους ανθρώπους να φτάνουν μέχρι του σημείου της απόλυτης  προσφοράς για ένα ιδανικό, για μια ιδέα.

Και επειδή η μικρή Ελλάδα μας έχει το προνόμιο να διαθέτει αμέτρητα τέτοια παραδείγματα ώστε να μην μπορούμε να ασχοληθούμε με όλα, θα επικεντρωθούμε σ’ εκείνη τη δράκα των πατριωτών – ευεργετών, που με μια λέξη αποκαλούμε Φιλικούς.

Θα προσπαθήσουμε να ανιχνεύσουμε τι ήταν αυτό που τους ενέπνευσε εκείνη την ιερή «τρέλα» η οποία τους οδήγησε σε μία απόφαση που συγκλόνισε τον τότε γνωστό κόσμο και εξακολουθεί να μας εντυπωσιάζει ακόμα και σήμερα. Τί τους έκανε άραγε, μέσα στην παντοδυναμία της Ιεράς Εξέτασης και ενάντια σε κάθε λογική της εποχής τους, να σηκώσουν το ανάστημά τους, άσημοι, αδύναμοι και άγνωστοι εκείνοι και να συμπυκνώσουν σε δυο άρθρα και δυο λέξεις μια απόφαση φωτιά που έμελε να μείνει αθάνατη στους αιώνες;

«Ή Ελευθερία ή θάνατος», αυτή ήταν η απόφαση και συγχρόνως όλη η δύναμή τους. Αποφάσισαν να δώσουν τη ζωή τους και έπαψαν να φοβούνται το θάνατο. Μετά από αυτό, όλα ήταν απλά. Το κίνητρο όμως;

Στην πεζή, υλιστική και συχνά γεμάτη καχυποψία εποχή μας, υψώνονται διάφορες φωνές που επιχειρούν να δώσουν τις δικές τους απαντήσεις. Τις απλές, τις γήινες, τις λογικές, γιατί μέχρι εκεί φτάνει η αντοχή τους. Το πιο πάνω τους φαντάζει ακατανόητο, δυσεξήγητο, ακόμα και ύποπτο γιατί δεν απαντά στο απλοϊκό ερώτημα «Και τί είχαν να κερδίσουν;»

Η απάντηση είναι αυτονόητη, αν αποφασίσει κανείς να μπει στον κόπο να ασχοληθεί με τη ζωή τους και ν’ ακολουθήσει με γνήσιο ενδιαφέρον τα χνάρια τους από την παιδική τους ηλικία.

Και τότε, θα διαπιστώσει ότι η πράξη τους δεν κρύβει κανένα μυστήριο, αλλά ότι είναι το φυσικό επακόλουθο των παιδικών τους βιωμάτων, που προετοίμασαν τους ενήλικες και καθοδήγησαν τις επιλογές τους. Είναι το αποτέλεσμα των σκληρών εμπειριών που τραυμάτισαν τη ζωή τους και έριξαν τον σπόρο της απόφασης για ελευθερία ή θάνατο, που φύτρωσε και κάρπισε όταν έφτασε η ώρα και ωρίμασαν οι συνθήκες. Τόσο απλό και γι αυτό τόσο απίστευτο για τους συμβιβασμένους και τους βολεμένους κάθε εποχής.

Αυτό ακριβώς είναι και το δικό μας ταξίδι – προσκύνημα. Θα ακολουθήσουμε τα χνάρια της Φιλικής Εταιρίας από την αρχή, από την παιδική ηλικία των δημιουργών της, ξεκινώντας από τα Γιάννενα. Την πόλη της εποχής του Αλή πασά, όπου βασιλεύει ο φόβος και η βία του τυράννου.

Εδώ, ένα δωδεκάχρονο παιδί, ο Θανάσης Τεκελής, όπως και πολλά άλλα πριν από αυτόν, πέφτει θύμα απαγωγής και σέρνεται στα μπουντρούμια του σεραγιού, γιατί είχε την ατυχία να τον δει και να τον ορεχτεί ο Μουχτάρ, ο γιός του πασά. Ευτυχώς σώζεται χάρη στα γρόσια των γονιών του, μα για να μην επαναληφθεί το κακό, φυγαδεύεται από τον πατέρα του στη Ρωσία. Μάλιστα για να χαθούν οριστικά τα ίχνη του, του αλλάζει μέχρι και το όνομά του και τον δηλώνει Αθανάσιο Τσάκαλο. Πρόκειται φυσικά για τον γνωστό μας Αθανάσιο Τσακάλωφ, που μπορεί να σώθηκε σωματικά, στην ψυχή του όμως χαράχτηκε για πάντα το σημάδι της τυραννίας. Η στάμπα του ραγιά και ο καημός του βίαιου ξεριζωμού από την αγκαλιά της μάνας σε μια ηλικία που την είχε περισσότερο από ποτέ ανάγκη. Αυτή η στάμπα όρισε τη ζωή του και χάραξε τη μετέπειτα πορεία του.

Λίγο πιο κάτω, στην Άρτα και συγκεκριμένα στο Κομπότι, μεγαλώνει ένα άλλο παιδί, ο Νικόλας Κουμπάρος. Είναι ένα απλό χωριατόπαιδο που έχει την ατυχία να διαθέτει ανήσυχο πνεύμα και διψασμένη ψυχή, θανάσιμα ελαττώματα για έναν ραγιά.

Ο μεγαλύτερος καημός του είναι που δεν μπορεί να μάθει γράμματα κι αυτό τον κάνει να νοιώθει διπλά καταπιεσμένος. Μα όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα όταν το πνεύμα είναι πιο δυνατό από τα όρια και τους ορισμούς, βρίσκει τον τρόπο να ξεφύγει από τη μοίρα του και μαθαίνει και γράμματα και τέχνη και αυτονομείται πριν ολοκληρωθεί η εφηβεία του. Ανοίγει δικό του κατάστημα με σκούφους και από τη φύση της εργασίας του γίνεται γνωστός ως Νικόλαος Σκουφάς, ο δεύτερος από τους ήρωες που παρακολουθούμε.

Και λογικά θα έπρεπε να είναι ευτυχής, αλλά δεν ήταν, είχε τη μοίρα κάθε σκλάβου και το πνεύμα κάθε ελευθερόφρονα ανθρώπου. Γι’ αυτό δε βολεύεται στα κεκτημένα του και γρήγορα συγκρούεται με τους κατακτητές, για ασήμαντη αφορμή, που θα έλεγαν κάποιοι «φρόνιμοι» τότε και τώρα και αναγκάζεται και αυτός να ξεριζωθεί για να σώσει τη ζωή του. Φεύγει, σώζεται μα ακόμα μια νεανική ψυχή πληγώνεται και ορκίζεται να μην ξεχάσει.

Πιο μακριά στην Πάτμο, ο μικρός Μανόλης, μεγαλώνει με τη μητέρα του. Ζει σε ένα σπιτικό πλούσιο, που όμως τα γρόσια δεν είναι ικανά για να αγοράσουν την ευτυχία που του λείπει. Νοιώθει ορφανός, γιατί έχει σχεδόν λησμονήσει τη μορφή του πατέρα που απουσιάζει διαρκώς και η μάννα δε μιλά σχεδόν ποτέ γι’ αυτό. Είναι βυθισμένη σε μια πένθιμη σιωπή που  απλώνεται σε όλο το σπιτικό και σημαδεύει τα παιδικά χρόνια του γιου της.

Κάποτε μαθαίνει ότι ο πατέρας του είναι μισθοφόρος στον στρατό του Τσάρου κι αυτό τον πονά περισσότερο, γιατί συλλογίζεται ότι έχει «νοικιάσει» τη ζωή του σε μια ξένη Πατρίδα, τη στιγμή που η δική του είναι σκλαβωμένη. Όμως τον καταλαβαίνει, γιατί και το δικό του όνειρο είναι να καταφέρει να ξεφύγει, να πετάξει μακριά, ν’ αναπνεύσει ελεύθερον αέρα πέρα από τα όρια και τους ορισμούς για τους ραγιάδες που τους καταδυναστεύουν από τη γέννηση μέχρι το θάνατό τους.

Και αυτό κάνει. Όταν μεγαλώνει φεύγει. Αναζητά την ελευθερία του στην Τεργέστη, αργότερα στην Πόλη, στη συνέχεια στην Οντέσσα και τυπικά τη βρίσκει. Μα μόνο τυπικά. Γιατί στην πραγματικότητα, ο ενήλικας πλέον Εμμανουήλ Ξάνθος, εξακολουθεί να νοιώθει σκλάβος. Να αισθάνεται λειψός. Να βασανίζεται γιατί έχει συνειδητοποιήσει ότι η φυγή δεν σπάζει τα δεσμά. Απλά μακραίνει την αλυσίδα που σε δένει και αυτή την αλυσίδα ορκίζεται να συντρίψει με κάθε τρόπο, με όποιο τίμημα, αρκεί να αναπνεύσει έστω και για μια στιγμή ελεύθερος. Αυτός γίνεται σκοπός της ζωής του κι αυτόν αποφασίζει να υπηρετήσει με κάθε κόστος.

Πίσω πάλι, στο κέντρο του Μοριά και την καρδιά της εξουσίας του Μόρα Βαλεσί, τα βουνά της Τριπολιτσάς αντιλαλούν από τα τραγούδια και τα καριοφίλια των κλεφτών, που γίνονται ένα με τ’ αγρίμια του τόπου τους προκειμένου να ξεφύγουν από τα θηρία της τυραννίας. Τα παιδιά εδώ δεν παίζουν με παιχνίδια, αλλά με αυτοσχέδια όπλα και νανουρίζονται με κλέφτικα  τραγούδια, όπως εκείνο το «Μάνα σου λέω …» Σε αυτό το  κλίμα μεγαλώνει ο Παναγιώτης, ένα πρόωρα ωριμασμένο παιδί, που προετοιμάζεται να πάρει το συνηθισμένο δρόμο για τα βουνά όταν θα έρθει η ώρα.

Μα η μοίρα το φέρνει και αντί για τα βουνά αναζητά την προσωπική του ελευθερία μακριά από την Πατρίδα του, στην φιλόξενη Οδησσό. Εκεί συναντιέται με τον συμπατριώτη του μεγαλέμπορο Αθανάσιο Σέκερη, που τον παίρνει στη δουλειά του και τον έχει σχεδόν σαν γιο του. Είπαμε όμως ότι η απόσταση δεν ελευθερώνει τις ψυχές και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος το συνειδητοποιεί πολύ γρήγορα, με αποτέλεσμα το φορτίο της πίκρας του να τον κάνει μοναχικό, απόμακρο, απλησίαστο. Μόνη του παρηγοριά είναι η δουλειά και οι σκέψεις. Τί σκέφτεται; Κανένας δεν του παίρνει λέξη. Μόνο ο Σέκερης τον ακούει συχνά πυκνά να μουρμουρίζει:
«Κακόμοιρη Πατρίδα! Κακόμοιροι Έλληνες!».

Τώρα ποιά ήταν αυτή η δύναμη που έφερε τα βήματα όλων αυτών των ξεριζωμένων να ανταμώσουν, να ενώσουν το πάθος και τα πάθη τους και ενάντια σε όλα τα δεδομένα της εποχής τους να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι στους ισχυρούς του κόσμου, μόνο ο Θεός το γνωρίζει. Όμως αυτό έγινε και στο φιλόξενο λιμάνι της Οντέσσας, συναντιούνται, γνωρίζονται και ανοίγουν τις καρδιές τους. Εξομολογούνται όλα όσα επί χρόνια κρατούσαν ανομολόγητα μέσα τους και παίρνουν μια απόφαση σταθμό. Βάζουν τα θεμέλια για την απελευθέρωση της Πατρίδας. Ιδρύουν τη Φιλική Εταιρεία, που δεν θα υπήρχε, αν στην καρδιά των δημιουργών της κυριαρχούσε ο φόβος για τη δύναμη του αντιπάλου και ο δισταγμός για τις αντίξοες πολιτικές συνθήκες   που είχαν ν’ αντιμετωπίσουν.

Πιθανόν να μην υπήρχε καν ’21, αν τους κυρίευε η ηττοπάθεια και στήριζαν τις ελπίδες τους στους ξένους, διστάζοντας να τολμήσουν αυτό που πρόσταζε η καρδιά τους. Ευτυχώς δε δίστασαν. Προχώρησαν, όπως είχαν ορκιστεί, όταν αποσπάστηκαν βίαια από τη μητρική αγκαλιά και υποσχέθηκαν να μην ξεχάσουν.

Και το κέρδος τους για το οποίο αναρωτιούνται οι σημερινοί …ρεαλιστές; Ε΄ λοιπόν υπήρχε και κέρδος. Και είναι αυτό ακριβώς που βιώνουμε σήμερα. Είναι η αθανασία που τους ακολουθεί. Είναι η ευγνωμοσύνη και ο θαυμασμός και η τιμή που 200 χρόνια μετά αισθανόμαστε την ανάγκη να τους αποτίσουμε.

 

13

12

 2

3