Θεοδώρα Λούφα-Τζοάννου
facebook


 ΕΣΤΙΑ ΝΕΑΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

 

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2014

 

etsianeasm

 

Ομιλία με θέμα

«Η ιστορική πορεία της Φιλικής Εταιρείας»

 

 

Η ιστορική πορεία της Φιλικής Εταιρείας

Και μόνο το να βρίσκεται κάποιος σ’ αυτή την πνευματική κυψέλη, την Εστία Νέας Σμύρνης, είναι αρκετό για να νοιώσει συγκίνηση, τιμή και ευγνωμοσύνη.
Πρόκειται βλέπετε για την Κιβωτό του ξεριζωμένου Ελληνισμού, που διέσωσε, διαφύλαξε και μεταλαμπαδεύει με θαυμαστή αποτελεσματικότητα και πάθος τον πνευματικό και λαογραφικό πλούτο των ξεριζωμένων Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Θράκης και της Κωνσταντινουπόλεως . Σε ότι δε με αφορά προσωπικά, θα έλεγα ότι η τιμή είναι πολλαπλάσια, πρώτον επειδή η μία από τις ρίζες μου έρχεται από τις Κυδωνίες, το μαρτυρικό Αϊβαλί και δεύτερον επειδή η Εστία Νέας Σμύρνης αγκάλιασε και βράβευσε το πρώτο ιστορικό πόνημά μου, με τίτλο «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος».
Και αυτά τα συναισθήματα γίνονται εντονότερα όταν έχεις την τιμή να μιλήσεις για ένα ιστορικό γεγονός, με τη σημασία και τη βαρύτητα της επετείου των 200 χρόνων από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Της γενέθλιας δηλαδή πράξης που οδήγησε στην απελευθέρωση της Πατρίδας μας!

Όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχουν κάποια ιστορικά γεγονότα που σε κάνουν να νοιώθεις δέος όταν επιχειρείς να τα προσεγγίσεις. Πόσο μάλλον όταν τολμάς να εισχωρήσεις στις εσώτερες πτυχές τους για να δομήσεις μια ομιλία που να ανταποκρίνεται στην έκταση και να σέβεται την ένταση και τη φόρτιση που τα χαρακτηρίζει.
Αυτό το δέος ομολογώ ότι το ένοιωσα σε μεγάλο βαθμό όταν ξεκίνησα να κρατώ σημειώσεις για όσα πρόκειται να πούμε απόψε. Το θέμα μας με την πρώτη ματιά, μοιάζει εύκολο, γνωστό και πρόσφορο για μια ωραία ομιλία, αλλά αυτό ισχύει μόνο επιφανειακά. Γιατί όταν το πλησιάσεις, νοιώθεις το σάστισμα του μικρού παιδιού μπροστά σ’ ένα τεράστιο πάρκο, όπου δεν ξέρει τι να πρωτοδεί, τι να πρωταγγίξει, από που να αρχίσει και που να τελειώσει.
Αυτό ακριβώς είναι το ζητούμενο και με το άφραστο θαύμα που ονομάζεται Φιλική Εταιρεία. Γιατί από την πρώτη προσέγγιση αρχίζεις να αναρωτιέσαι τι να πρωτοπείς. Τη γέννηση, την πορεία, τις συνθήκες, τη σημασία της;
Πώς μπορείς να περιγράψεις σε συγκεκριμένη ώρα κάτι που ζει 200 ολόκληρα χρόνια και να περιορίσεις σε μερικές σελίδεςένα γεγονός που εμφανίστηκε σαν αστραπή, καταύγασε έναν ολόκληρο κόσμο και εξακολουθεί να παραμένει, άφθαρτο και ολόφωτο, στις συνειδήσεις, όχι μόνο ημών των Ελλήνων, αλλά και όλων των λαών που είχαν ή έχουν παρόμοια με εμάς βιώματα και εμπειρίες;
Προφανώς και δεν μπορείς. Όμως έχεις χρέος να το προσπαθήσεις. Όχι από υποχρέωση, αλλά από σεβασμό και αγάπη, που είναι ένα δυνατό κίνητρο γι’ αυτό που θα επιχειρήσουμε απόψε: Να εισχωρήσουμε δηλαδή στα μυστικά, όχι της Εταιρείας, αλλά των δημιουργών της. Να ανιχνεύσουμε και να ακολουθήσουμε τα χνάρια τους, από την παιδική τους ηλικία, τότε που θεμελιώνεται ο χαρακτήρας και προετοιμάζεται ο ενήλικας. Γιατί νομίζω ότι μόνο έτσι θα μπορέσουμε να καταλάβουμε τι ήταν αυτό που τους ξεχώρισε από τους πολλούς και πως γεννήθηκε αυτή η ιερή «τρέλα» που τους ενέπνευσε και τους παρακίνησε να επιχειρήσουν το ανέφικτο.

Ξάνθος, Σκουφάς, Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλος

Όλοι γνωρίζουμε την τριάδα των πρωτεργατών, μα κάποιοι ιστορικοί επιμένουν ότι όπως οι Τρείς Σωματοφύλακες ήταν στην πραγματικότητα τέσσερις, το ίδιο συμβαίνει και με τους δημιουργούς της Φιλικής Εταιρείας. Μνημονεύουμε συνήθως τρεις, ενώ ήταν τέσσερις.
Τρεις ή τέσσερις πάντως, δεν έχει σημασία, υπό την έννοια ότι πρόκειται μόνο για μια τυπική απαρίθμηση, αφού στους πρωτεργάτες καταχωρίζονται ουσιαστικά όλοι όσοι έσπευσαν από την πρώτη στιγμή, χωρίς δεύτερη σκέψη, να συμβάλλουν, καθένας με τον τρόπο του, στη γέννηση, στο στέριωμα, στην προστασία και στο άπλωμά της.
Μήπως στους πρωτεργάτες δεν λογίζεται ο Γεώργιος Σέκερης, ο νεαρός αξιωματικός, που άπλωσε πρώτος απ’ όλους το χέρι του και χωρίς δισταγμό ορκίστηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο να προστατεύει, με τίμημα τη ζωή του, το μυστικό της;
Ιδρυτής δεν είναι ο αδελφός του, Παναγιώτης Σέκερης, ο Χρυσοδωδέκατος, όπως τον αποκαλούσαν, που άνοιξε ανεπιφύλακτα τις ολόγιομες κάσες του και πρόσφερε τους θησαυρούς του για την επιβίωση και τους σκοπούς της;
Γι’ αυτό λέω ότι δεν έχει νόημα η απαρίθμηση. Γιατί μπορεί να χάσουμε το λογαριασμό και ίσως να αδικήσουμε κάποιον.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν αυτό το προσκύνημα μνήμης όπως του πρέπει. Χωρίς αποκλεισμούς και προσθαφαιρέσεις, που δεν έχουν σημασία.
Όταν επισκέπτομαι σχολεία και μιλώ με τα παιδιά για ιστορικά πρόσωπα, τους αρέσει να ξεκινάμε την αφήγηση ή με τη φράση «Μια φορά» ή με τη λέξη «Κάποτε..». Εμείς μπορεί να έχουμε προσπεράσει το προνόμιο της παιδικής ηλικίας, εξακολουθούμε όμως να γαληνεύουμε, να αναβαπτιζόμαστε και να αντλούμε δύναμη από τα κλέη των προγόνων μας, κυρίως όταν βιώνουμε συνθήκες όπως αυτές που ζούμε σήμερα.
Κάποτε, λοιπόν, στα Γιάννενα, πριν από 214 περίπου χρόνια, ζούσε η οικογένεια του Νικηφόρου Τεκελή, σπουδαίου γουνέμπορου της εποχής, που απουσίαζε σχεδόν μόνιμα στη Ρωσία για τις υποθέσεις του.
Πίσω, είχε αφήσει τη γυναίκα του, τη Βασιλική και τα δύο τους παιδιά. Ένα απόγευμα που ο 12χρονος Θανάσης, έτσι έλεγαν τον γιο, επέστρεφε από το σχολείο, έπεσαν πάνω του οι τζοχανταραίοι του Αλή πασά, τον άρπαξαν και τον έσυραν με τη βία στο σεράϊ του τυράννου.
Η μάννα, όταν πληροφορήθηκε το γεγονός, προς στιγμήν έχασε τον κόσμο, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησε ότιείχε χρέος να σώσει το παιδί της. Το μόνο όπλο που διέθετεήταν το χρήμα και αυτό χρησιμοποίησε. Απευθύνθηκε στον αρχιαστυνόμο του Αλή, που ήταν γείτονάς της και γνωστός για τη φιλαργυρία του και του έταξε ότι θα τον χρύσωνε αν έσωζε το παιδί της. Η σκέψη της αποδείχτηκε σωτήρια για τον μικρό Θανάση, που γρήγορα γύρισε στο σπίτι του.
Η σωτηρία, όμως, ήταν προσωρινή. Και η ασφάλεια του παιδιού ανύπαρκτη αν συνέχιζε να κυκλοφορεί στους δρόμους. Έτσι, τον έκρυψε στο υπόγειο και μήνυσε στον άντρα της να επιστρέψει αμέσως για να δουν τι θα κάνουν.
Ο μικρός έμεινε κλεισμένος στο υπόγειο περίπου έξι μήνες. Έξι μαρτυρικούς μήνες, βυθισμένος στον φόβο, στον θυμό και στην απελπισία. Μα και όταν ήρθε ο πατέρας του, αντί να λυτρωθεί βυθίστηκε σε μεγαλύτερη οδύνη, αφού, όπως ήταν λογικό, οι γονείς του αποφάσισαν ότι για να μην επαναληφθεί το κακό, έπρεπε να τον φυγαδεύσουν στο εξωτερικό.
Αυτός ο ξεριζωμός τον σημάδεψε για πάντα. Φεύγοντας, μάλιστα, ορκίστηκε να μην ξεχάσει ποτέ και κάποτε να τιμωρήσει τους τυράννους.Ο πατέρας του τον οδήγησε στην Ρωσία και τον έβαλε στη χώρα με άλλο όνομα για να χαθούν τα ίχνη του σε περίπτωση που τον αναζητούσαν. Τον δήλωσε ως Αθανάσιο Τσάκαλο, από το παρανόμι του παππού του, του ηρωϊκού κλέφτη Τσάκαλου. Και καθώς στην Ρωσία τα επίθετα παίρνουν την κατάληξη -ωφ-, ο Θανάσης Τεκελής έγινε Αθανάσιος Τσακάλωφ, κόβοντας όλες τις γέφυρες που τον ένωναν με την Πατρίδα, εκτός από τις συναισθηματικές.
Λίγο πιο κάτω από τα Γιάννενα, στην Άρτα και συγκεκριμένα στο Κομπότι, ένα χωριό μιάμιση ώρα μακριά, υπόδουλο κι αυτό στον πασά, μεγάλωνε ένα άλλο παιδί, ο Νικόλας Κουμπάρος. Η δική του οικογένεια δεν είχε πλούτη. Ο μικρέμπορος πατέρας του μόλις που κατάφερνε να ψευτοζεί την οικογένειά του πηγαινοφέρνοντας προϊόντα στην πόλη.Ο Νικόλας, ένα παιδί που σήμερα θα χαρακτηρίζαμε χαρισματικό, μεγάλωνε δυστυχισμένο. Όχι από την ανέχεια αλλά από κάτι βαρύτερο. Δεν άντεχε το στίγμα του Ραγιά και το μαράζι του ήταν που οι συνθήκες δεν του επέτρεπαν να μάθει γράμματα.
Όταν έγινε 12 ετών, ο πατέρας άρχισε να τον παίρνει μαζί του στην Άρτα για συντροφιά αλλά και για να μαθαίνει τη δουλειά του. Σ’ ένα τέτοιο ταξίδι, κάποια στιγμή διασταυρώθηκαν με μια ομάδα μικρών παιδιών που γυρνούσαν από το σχολείο. Ο Νικόλας όταν τα είδε πάγωσε. Ένοιωσε τόση ντροπή, που ευχήθηκε να ανοίξει η γη να τον καταπιεί. «Μικρά παιδάκια -συλλογίστηκε- και γνωρίζουν να διαβάζουν και να γράφουν. Κι εγώ, ολόκληρος άντρας, να μην ξέρω να γράψω ούτε τ’ όνομά μου.» Τον πήρε το παράπονο και ξέσπασε σ’ ένα βουβό κλάμα, ματώνοντας την ψυχή του πατέρα του, από τον οποίο μάταια προσπάθησε να κρυφτεί.
Το ίδιο βράδυ μίλησε με τον γιο του και του ζήτησε να τον συγχωρέσει που δεν είχε τον τρόπο να τον στείλει σε δάσκαλο, γιατί τα οικονομικά του δεν άντεχαν.
Τότε ο Νικόλας με περισσό πάθος, διαβεβαίωσε τον πατέρα του ότι δεν ήθελε χρήματα. «Γνωρίζεις τόσο κόσμο στην Άρτα», του είπε. «Βρες κάποιον να μου δώσει μια δουλειά και μια γωνιά να κοιμάμαι. Τα υπόλοιπα άφησέ τα σ’ εμένα.»
Έτσι κι έγινε.

Γρήγορα βρήκε δουλειά στο εργαστήρι κάποιου τεχνίτη που έφτιαχνε σκούφους, ενώ συγχρόνως συμφώνησε με τον γνωστό δάσκαλο Θεοχάρη Νούγια να τον δεχτεί ως μαθητή του, παρ’ όλο ότι ήταν ήδη μεγάλος. Έτσι, το 12χρονο παιδί, έγινε μαθητής και μαθητευόμενος τεχνίτης. Και έμαθε και τα γράμματα και την τέχνη. Και πρόκοψε. Άνοιξε δικό του κατάστημα με σκουφιά στην αγορά της Άρτας κι από τότε οΝικόλας Κουμπάρος έγινε γνωστός ως Νικόλαος Σκουφάς.
Παρ’ όλα αυτά όμως εξακολουθούσε να μην είναι ευτυχισμένος. Βλέπεις, οι προσωπικές επιτυχίες δεν αρκούν για να νιώσουν οι σκλάβοι ελεύθεροι. Και ο Νικόλαoς δεν άργησε να έρθει αντιμέτωπος μ’ αυτή την αλήθεια.
Κάποια μέρα συγκρούστηκε με μια ομάδα Τούρκων που κακοποιούσαν έναν Έλληνα γιατί είχε κλέψει δύο κότες. Αυτή του η αποκοτιά είχε ως αποτέλεσμα να τον χτυπήσουν άσχημα, να του καταστρέψουν το κατάστημα και το χειρότερο γι’ αυτόν, να ποδοπατήσουν την πολύτιμη Φυλλάδα με τον Θούριο του Ρήγα που είχε πάντα μαζί του. Μετά από αυτό δεν είχε άλλο δρόμο. Είχε μπει στο στόχαστρο και έπρεπε να φύγει για να σώσει τη ζωή του.
Φεύγοντας, γεμάτος πίκρα και παράπονο για τον εξαναγκασμό, ορκίστηκε κι αυτός να μην ξεχάσει.
Αναζήτησε την ελευθερία μακριά από την υποταγμένη Πατρίδα. Μακριά από τα όρια και τους ορισμούς που στενεύουν τον ορίζοντα και λιγοστεύουν τον αέρα σε σημείο ασφυξίας. Ξέφυγε, μα γρήγορα συνειδητοποίησε ότι η απόσταση δεν σπάζει τα δεσμά. Απλώς μακραίνει τις αλυσίδες που σε δένουν. Και αυτές τις αλυσίδες ορκίστηκε να τσακίσει με κάθε τρόπο.
Σ’ ένα άλλο άκρο της σκλάβας Πατρίδας, την Πάτμο, μεγάλωνε ο Μανόλης Ξάνθος, ένα παιδί στοχαστικό, πρόωρα ωριμασμένο, και μελαγχολικό. Ζούσε μαζί με τη μητέρα του, γιατί ο πατέρας απουσίαζε πάντα. Το σπιτικό τους ήταν πλούσιο σε υλικά αγαθά, μα απόλυτα στερημένο από χαρά και ευτυχία.
Δεν θυμόταν να είχε δει τη μάννα του να χαμογελά. Δεν γιόρτασαν, δεν χάρηκαν ποτέ, όσο μπορούσε να θυμάται. Έτσι ο μικρός Μανόλης ωρίμασε πριν μεγαλώσει.
Η πρώτη φορά στη ζωή του που αισθάνθηκε παιδί ήταν όταν η μητέρα του τον πήγε στην περίφημη Πατμιάδα Σχολή, κοντά στον πασίγνωστο Ιεροδιδάσκαλο πατέρα Καλλίνικο, για να μάθει γράμματα. Εκεί ήρθε σε επαφή με τα άλλα παιδιά, είδε τι θα πει ανεμελιά και παιχνίδι, αλλά γρήγορα συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να ενταχθεί στις συντροφιές τους, απλά γιατί δεν είχε μάθει ναείναι παιδί.
Κλείστηκε λοιπόν στον εαυτό του και αναζήτησε καταφύγιο στο διάβασμα.
Κάποια στιγμή ο πατέρας, επέστρεψε και επιτέλους ο Μανόλης είδε τη μητέρα του ευτυχισμένη. Τότε ήταν που έμαθε και το λόγο της απουσίας του. Ήταν στρατιώτης, μισθοφόρος στον στρατό του Τσάρου.Ταράχτηκε, αλλά δεν έκρινε τον πατέρα του για τις επιλογές του. Για το ότι δηλαδή είχε «νοικιάσει» τη ζωή του σε μια ξένη Πατρίδα και διακινδύνευε γι’ αυτή, ενώ η δική του εξακολουθούσε να είναι σκλαβωμένη. Τον καταλάβαινε. Βλέπεις ούτε ο ίδιος μπορούσε να υποφέρει την ιδέα της ανελεύθερης ζωής του. Γι’ αυτό και όταν ενηλικιώθηκε, ακολούθησε κι εκείνος τα βήματά του. Έφυγε από τον τόπο του αναζητώντας μια ψευδαίσθηση ελευθερίας σε ξένους τόπους.Όμως, δεν τα κατάφερε, γιατί δεν ήταν ο τόπος που τον έπνιγε, αλλά η πραγματικότητα.
Παρόμοια, για να μην πούμε ίδια, βιώματα σημάδεψαν τα τρυφερά παιδικά χρόνια και του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Ήταν δεν ήταν 15 ετών, όταν και τούτος ξεριζώθηκε από την Πατρίδα του, την Ανδρίτσαινα και αναζήτησε ελεύθερον αέρα στα ξένα.
Βρήκε καταφύγιο στη φιλόξενη Οδησσό,μα η ψυχή του δεν αποσπάστηκε ποτέ από την σκλαβωμένη Πατρίδα του.

Η πορεία των Φιλικών

Έτσι ξεριζώθηκαν και οι τέσσερις και αναζήτησαν καταφύγιο σε ξένους τόπους. Μα δεν ξέχασαν ποτέ το τραυματισμένο παιδί που έφεραν μαζί τους και όριζε τις επιλογές τους.
Τον Τσακάλωφ, όταν έφτασε σε κατάλληλη ηλικία ο πατέρας του τον έστειλε στο Παρίσι για να σπουδάσει. Μα ούτε η λάμψη, ούτε οι διασκεδάσεις ούτε καν οι γνώσεις που του πρόσφερε η μεγαλούπολη κατάφεραν να γεμίσουν το κενό που είχε μέσα του. Κάποια στιγμή όμως η τύχη του χαμογέλασε και έφερε στο δρόμο του δύο σπουδαίους Έλληνες. Τον πάμπλουτο Θεσσαλονικιό Γρηγόριο Ζαλύκη και τον Πρίγκιπα Δημήτριο Κομνηνό, οι οποίοι είχαν ιδρύσει στο Παρίσι μια μυστική Οργάνωση, με το όνομα «ΕλληνόγλωσσονΞενοδοχείον». Μέλη της ήταν Έλληνες αλλά και φιλέλληνες. Τυπικά επρόκειτο για μια φιλανθρωπική εταιρεία. Στην ουσία όμως απέβλεπε στην οργάνωση των απόδημων Ελλήνων προκειμένου να επιδιώξουν το «ποθητόν», όπως αποκαλούσαν την Επανάσταση.
Του πρότειναν να γίνει μέλος και φυσικά δέχτηκε με ενθουσιασμό. Εκεί, μυήθηκε στα μυστικά του εταιρισμού και της συνωμοτικής οργάνωσης. Εκεί προφανώς μπολιάστηκε με την ιδέα που αργότερα έγινε σκοπός της ζωής του.
Στην ίδια περίπου ρότα, αλλά με περισσότερες δυσκολίες κινείται και ο Νικόλαος Σκουφάς. Φεύγοντας κυνηγημένος από το Κομπότι, όπως είδαμε, πήγε στην Πρέβεζα και από κει ένας τολμηρός καπετάνιος τον πήρε στο καράβι του και τον οδήγησε στην Οδησσό. Όμως, ούτε και αυτός έπαψε να υποφέρει. Ήταν σκλάβος και αυτό τον κατάτρεχε ασταμάτητα.
Ένοιωθε πως είχε χρέος να κάνει κάτι γι’ αυτό. Τον τρόπο δεν τον ήξερε ακόμα, μα ήταν βέβαιος ότι θα τον έβρισκε και θα προχωρούσε. Μόνος; Με πολλούς; Όταν έρθει η ώρα θα φανερωθεί ο τρόπος.Έτσι πίστευε και η πίστη του δεν διαψεύστηκε.
Τα χνάρια των προηγούμενων, ακολούθησε και ο Ξάνθος.Με πόνο ψυχής, κυρίως για την πίκρα που ένοιωθε ότι θα έδινε στη μητέρα του, ανακοίνωσε στους γονείς του την απόφασή του να φύγει. Εκείνοι, ιδιαίτερα η μάννα, το δέχτηκε ήρεμα, με κατανόηση και σχεδόν ανακουφισμένη του έδωσε την ευχή της.
Πρώτος του σταθμός ήταν η Τεργέστη και ακολούθησε η Οντέσσα. Μα ούτε στη μια ούτε στην άλλη βρήκε τη γαλήνη που αποζητούσε. Κατέφυγε λοιπόν στην Κωνσταντινούπολη, με την ελπίδα ότι εκεί θα ένοιωθε πιο ελεύθερος κι ας ήταν η έδρα του σουλτάνου. Βλέπεις σ’ αυτή τη μαγική Πόλη αντιφέγγιζε ακόμα το θάμπος των περασμένων μεγαλείων, που γαλήνευε τις καρδιές και ησύχαζε τους κατατρεγμένους.
Και πράγματι, εδώ βρήκε κάτι από αυτά που αποζητούσε. Γνωρίστηκε με τους Ηπειρώτες Ασημάκη Κροκίδα, Χριστόδουλο Οικονόμου και Κυριάκο Μπιτσαξή, που τον αγκάλιασαν, τον εμπιστεύτηκαν και τον έκαναν συνεταίρο στη δουλειά τους, το εμπόριο λαδιού και μάλιστα του ανέθεσαν τα ταξίδια στην Ελλάδα.
Έτσι βρέθηκε στη Λευκάδα, όπου συναντήθηκε με τον παλιό συμμαθητή του τον Παναγιώτη Καραγιάννη, ο οποίος τον έβαλε στα μυστικά των Τεκτόνων και του αποκάλυψε τη δύναμη της μυστικότητας.
Ο τέταρτος, ο Ανδριτσάνος Αναγνωστόπουλος, φτάνοντας στην Οδησσό, απάγκιασε κοντά στο συμπατριώτη του Αθανάσιο Σέκερη, που τον πήρε κοντά του και του ανέθεσε τα λογιστικά του βιβλία.
Μα όσο κι αν προσπάθησε, δεν κατάφερε να ξεριζώσει την πίκρα που τον έτρωγε και τον έκανε αγέλαστο, αμίλητο και απόμακρο. Το μόνο του καταφύγιο ήταν η δουλειά, απ’ όπου με δυσκολία τον αποσπούσε, όταν νύχτωνε, ο Σέκερης.
Μόνο κάπου - κάπου έκλεινε τα βιβλία του, κατέβαινε στην προκυμαίακι αναζητούσε κάποιον νεοφερμένο συμπατριώτη, με την ελπίδα ότι κάτι νέο, κάτι παρήγορο θα είχε να του πει…
Μα πάντα επέστρεφε περισσότερο απογοητευμένος, περισσότερο πικραμένος κι έπεφτε με περισσότερο πάθος στη δουλειά. Στιγμές – στιγμές μόνο, σταματούσε, κοίταζε το άπειρο και μουρμούριζε: «Κακόμοιρη Πατρίδα, κακόμοιροι Έλληνες…» και ξανάπιανε το γράψιμο.
Αυτή ήταν η ζωή τους. Μια ψευδαίσθηση ελευθερίας, που στην ουσία έκανε πιο βαριά την πραγματικότητα και πιο πιεστική την ανάγκη τους να κάνουν κάτι γι’ αυτό.

Η μεγάλη απόφαση

Τώρα ποιά ήταν αυτή η δύναμη που έφερε τα βήματα όλων αυτών των ξεριζωμένων να ανταμώσουν, να ενώσουν το πάθος και τα πάθη τους και ενάντια σε όλα τα δεδομένα της εποχής τους να ορθώσουν το ανάστημά τους απέναντι στους ισχυρούς του κόσμου, μόνο ο Θεός το γνωρίζει.
Όμως αυτό έγινε και στο φιλόξενο λιμάνι της Οντέσσας, συναντιούνται, γνωρίζονται και ανοίγουν τις καρδιές τους. Εξομολογούνται όλα όσα επί χρόνια κρατούσαν ανομολόγητα μέσα τους και παίρνουν μια απόφαση σταθμό. Μια απόφαση, που 200 χρόνια μετά τη γέννησή της, εξακολουθεί να μας εντυπωσιάζει και να μας καθηλώνει. Και η απόφαση αυτή χώρεσε σε δύο λέξεις: «Ελευθερία ήΘάνατος».Και το όνομά της, Φιλική Εταιρεία.Η Φιλική Εταιρεία που δεν θα υπήρχε, αν στην καρδιά των δημιουργών της κυριαρχούσε ο φόβος για τη δύναμη του αντιπάλου και ο δισταγμός για τις αντίξοες πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν στην Ευρώπη του Μέττερνιχ και της Ιεράς Συμμαχίας.
Δεν θα υπήρχε καν ’21, αν τους κυρίευε το ανασταλτικό δέος της υλικής τους αδυναμίας και εξαρτούσαν τον πόθο τους για ελευθερία από τους άλλους.Τόλμησαν όμως. Και με αυτή την έξω από κάθε σύνεση τόλμη, ανέτρεψαν τα προγνωστικά της λογικής και έφεραν την ανάσταση του Γένους.
Για να είμαστε όμως δίκαιοι, πρέπει να αναφέρουμε ότι η Φιλική Εταιρεία δεν ήταν η πρώτη ή η μοναδική μυστική Πατριωτική Οργάνωση που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια των τεσσάρων αιώνων. Είχαν προηγηθεί πολλές, που είχαν ενσταλάξει την ιδέα της ελευθερίας στις συνειδήσεις των Ραγιάδων και πάνω στην εμπειρία που προσκόμισαν, βασίστηκε το οικοδόμημα της Φιλικής.
Όπως ακριβώς συνέβη και με την Επανάσταση του 1821, που οφείλει πολλά στα κινήματα που προηγήθηκαν και ήταν πάνω από 100. Και μπορεί εκείνα να απέτυχαν και να πνίγηκαν στο αίμα, έδωσαν όμως μεγάλα διδάγματα και έκαναν τους Έλληνες να συνειδητοποιήσουν μια μεγάλη αλήθεια, όπως την αποδίδει ο «Γέρος»στα απομνημονεύματά του: «Είδα πως ό,τικάμωμε, θα το κάμωμε μοναχοί μας και δεν έχομε ελπίδα από τους ξένους».
Έτσι προετοιμάστηκε το έδαφος, έτσι καλλιεργήθηκε. Με το αίμα και τις θυσίες όσων προηγήθηκαν. Έτσι ρίχτηκε ο σπόρος από την πρώτη ώρα της άλωσης. Με τα κινήματα, με την κλεφτουριά, με τα θούρια των λογίων αργότερα, αλλά κυρίως με την αδιαπραγμάτευτη πίστη ότι «πάλι με χρόνους με καιρούς πάλι δικά μας θάναι».
Σήμερα, όλα αυτά κάποιοι τα θέτουν υπό κρίση. Τότε όμως ήταν η μόνη απαντοχή που ζέσταινε τις ελπίδες και κρατούσε όρθιο το φρόνημα. Και το έκανε με τόση επιτυχία, που τέσσερις αιώνες δε στάθηκαν ικανοί να σβήσουν από το χάρτη, αυτή την κουκίδα γης που λέγεται Ελλάδα ούτε την ολιγομελή φυλή που λέγονται Έλληνες.
Με τέτοια προίκα λοιπόν στα σεντούκια της ψυχής τους, οι ήρωές μας, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1814, κλείστηκαν σε ένα σπίτι της Οδησσού, στην οδό Κράσνι και έδωσαν όρκο μπροστά στο Ιερό Ευαγγέλιο για Ελευθερία ή θάνατο.
Ο Ξάνθος τότε ήταν 42 ετών, ο Σκουφάς 35, ο Τσακάλωφ 26 και ο Αναγνωστόπουλος 24.
Αμέσως ξεκινούν την οργάνωσή τους. Με τις εμπειρίες που έχουν από τη συμμετοχή τους σε μυστικές εταιρείες, κατασκευάζουν το δικό τους τελετουργικό μύησης αλλά και δέσμευσης των μελών τους προκειμένου να διασφαλίσουν την απόλυτη μυστικότητα, που αποτελεί προϋπόθεση ζωής ή θανάτου για όλους.
Τα πάντα καλύπτονται από άκρα εχεμύθεια και ισχυρή δόση μυστηρίου. Τα ονόματα χάνονται πίσω από αρχικά, που για τους μη μυημένους δεν σημαίνουν τίποτα. Ο Τσακάλωφ φερ’ ειπείν χαρακτηρίζεται με τα κεφαλαία γράμματα ΑΒ , ο Σκουφάς ΑΓ, ο ΞάνθοςΑΖ, ο Παπαφλέσσας Α.Μ. Όπως βλέπετε, οι δυάδες των γραμμάτων ξεκινούν από το ΑΒ. Αυτό δεν είναι τυχαίο. Είχαν κρατήσει το ΑΑ, για τον επικεφαλής της Εταιρείας, όταν θα τον εύρισκαν.
Δημιουργούν αλφάβητο στο οποίο εναλλάσσονται γράμματα με αριθμούς, έτσι ώστε η αλληλογραφία τους να μην μπορεί να παραβιαστεί.
Χρησιμοποιούν παρωνύμια που γνωρίζουν μόνο οι Φιλικοί, ώστε να μην κινδυνεύουν από τυχόν διαρροές. Π.χ. Ο Υψηλάντης είναι ο «Καλός», ο Καποδίστριας ο «Ευεργετικός», ο Παπαφλέσσας ο «Αρμόδιος», κ.λ.π.Επίσης καταρτίζουν κατάλογο με συνθηματικές λέξεις, που προστατεύουν την επικοινωνία τους.
Έτσι, αν μια επιστολή τους έπεφτε στα χέρια των διωκτών τους και διάβαζαν ότι: Ο Καλός σχεδιάζει να πάει με κοπάδι στο 2 έχοντας μαζί του 10.000 δέντρα, ασφαλώς δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν ότι σήμαινε πως: Ο Υψηλάντης σχεδιάζει να πάει με στόλο στην Πελοπόννησο έχοντας μαζί του 10.000 τουφέκια.
Επίσης υιοθετούν κινήσεις, που μόνο οι μυημένοι μπορούν να αντιληφθούν.
Ακολούθως καταρτίζουν την εσωτερική ιεραρχία, δημιουργώντας βαθμούς, που αντιπροσωπεύουν τη θέση αλλά και τις αρμοδιότητες των μελών. Στην αρχή θεσπίστηκαν τέσσερις βαθμοί, αλλά στη συνέχεια διαμορφώθηκαν περισσότεροι. Αρχικά έχουμε:
1. Τους αδελφοποιητούς ή βλάμηδες (ο κατώτερος βαθμός).
2. Τους συστημένους.
3. Τους ιερείς (είχαν αρμοδιότητα να κατηχούν νέα μέλη) και
4. Τους ποιμένες (τίτλος που απένεμαν μόνο σε σημαντικές προσωπικότητες).
Αργότερα υιοθετήθηκαν δύο ακόμα βαθμοί, που δίνονταν μόνο σε στρατιωτικούς και ήταν:
5. Οι Αφιερωμένοι και
6. Οι αρχηγοί των αφιερωμένων.
Μετά από όλα αυτά, ρίχνονται με πάθος στο άπλωμα του ονείρου τους, που είναι η διάδοση της ιδέας και η μύηση όσο το δυνατόν περισσότερων Ελλήνων σ’ αυτή. Και μια και αναφέραμε τη μύηση, πρέπει να πούμε ότι για την πραγματοποίησή της ακολουθούσαν ολόκληρη διαδικασία, ώστε να εξασφαλίζουν, από κάθε άποψη, το μυστικό τους. Κατ’ αρχήν, πριν από την οριστική ένταξη κάθε νέου μέλους, προηγείτο λεπτομερής έρευνα για τον χαρακτήρα, την προσωπικότητά, τα πιστεύω του και δοκιμαζόταν ο βαθμός αφοσίωσής του στην υπόθεση. Όποιον κρινόταν ώριμος να προχωρήσει, τον αναλάμβανε ο μυητής, ο οποίος έκανε μαζί του έναν εξονυχιστικό διάλογο, κατά τη διάρκεια του οποίου πέρα από τις επίμονες ερωτήσεις για τους σκοπούς του σε σχέση με τη Φιλική Εταιρεία, τον προειδοποιούσε ξανά και ξανά, ότι ήταν πιθανόν να χάσει και τη ζωή του για τα ιδεώδη της. Τον ρωτούσε με επιμονή για το πόσο αισθανόταν έτοιμος και ικανός να προχωρήσει και αν οι απαντήσεις ήταν ικανοποιητικές, χώριζαν για να ξανασυναντηθούν σε συγκεκριμένη ώρα, νύχτα κατά προτίμηση, σε ασφαλές μέρος. Ο υποψήφιος έφερνε μαζί του ένα μικρό κίτρινο κερί, που του είχε ζητηθεί από πριν, το οποίο ο μυητής τοποθετούσε επάνω στο τραπέζι που υπήρχε στον χώρο, μαζί με ένα Εικόνισμα και ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, που συμβόλιζε το αίμα που ήταν διατεθειμένος να χύσει για την Πατρίδα. Στη συνέχεια, μέσα στην επιβλητική ατμόσφαιρα του μισοσκόταδου, ρωτούσε με επισημότητα για τελευταία φορά: «Μήπως δεν στοχάζεσαι τον εαυτόν σου εις αρκετήνδύναμην; Έχεις ακόμη καιρό να παραιτηθείς. Από τον δεσμόν όπου εμβαίνεις μόνον o θάνατος θα ημπορεί να σε λυτρώσει! Σε ολίγoν κάθε μεταμέλειά σου θα είναι ασυγχώρητος!» «Το εστοχάστηκα και στέργω», έπρεπε να είναι η απάντηση που αναμενόταν από τον υποψήφιο και αν την έδινε, τότε συνεχιζόταν η διαδικασία. Ο μυητής άναβε το κερί, το έδινε στον υποψήφιο που το κρατούσε με το αριστερό χέρι, έκαναν το Σταυρό τους, ασπάζονταν την Εικόνα και γονάτιζαν και οι δύο. Σε αυτή τη θέση ο μυητής διάβαζε «τον μεγάλο όρκο» και ο μυούμενος επαναλάμβανε με κάθε σεβασμό τα λόγια. Έτσι ξεκίνησαν όλα. Απίστευτα απλά, αλλά και απίστευτα θαυμαστά. Η εξάπλωση της ιδέας στην αρχή συναντά δυσκολίες. Οι έμποροι της Μόσχας που βολιδοσκοπούνται πρώτοι από τον Σκουφά, τον αντιμετωπίζουν από δύσπιστα έως προσβλητικά. Δεν αποκαρδιώνονται. Στρέφουν την προσοχή τους προς τους λόγιους και γρήγορα έχουν την πρώτη επιτυχία. Είναι ο νεαρός αξιωματικός, Γεώργιος Σέκερης,που δέχεται μετά χαράς να είναι το πρώτο μέλος της Φιλικής Εταιρείας και μάλιστα δίνει ό,τι έχει και δεν έχει για την κάσα, το ταμείο της. Ακολουθεί ο Αντώνης Κομιζόπουλος, εξέχουσα φυσιογνωμία της Φιλιππούπολης και στη συνέχεια ο Νικόλαος Γαλάτης και ο Μάνθος Ριζάρης, μα γρήγορα ξαναπέφτουν σε απραξία μέχρι τον Οκτώβριο του 1816. Τότε, αρχίζουν να συρρέουν στην Οδησσό δεκάδες αγωνιστές από την Ελλάδα, που είχαν υπηρετήσει στον Ρωσικό στρατό και ήρθαν για να διεκδικήσουν τους μισθούς τους. Από εκείνη τη στιγμή αλλάζουν τα πάντα. Αρχίζουν αθρόες προσχωρήσεις μελών, με μια προθυμία που τους ενθουσιάζει. Ο Φιλήμωνμιλά για 700 περίπου νέα μέλη, ανάμεσα στα οποία είναι ο Αναγνωσταράς, ο Χρυσοσπάθης, που μάλιστα έχει το προνόμιο να είναι ο πρώτος Μανιάτης Φιλικός, ο Δημητρόπουλος, ο Κοντάκης, ο Δεληγιάννης, ο Λασσάνης και πολλοί ακόμα, που αποτέλεσαν το προζύμι για την εξάπλωση της ιδέας. Και τότε, έρχεται η χειρότερη από τις δοκιμασίες που μπορούσε να τους τύχει. Τον Ιούλιο του 1818, πεθαίνει η ψυχή της Εταιρείας, ο Νικόλαος Σκουφάς, σε ηλικία39 ετών. Ευτυχώς, υπάρχει ήδη ο κατάλληλος να τον αντικαταστήσει. Είναι ο Παναγιώτης Σέκερης, που με κοινή αποδοχή γίνεται η κεφαλή και η κινητήρια δύναμη της Οργάνωσης. Κι έτσι η πορεία συνεχίζεται. Αλλά όσο απλώνεται και θεριεύει η ιδέα, τόσο πιο βαριά γίνεται η αλήθεια που έχουν κρύψει οι δημιουργοί της και επιτακτική η ανάγκη να βρεθεί Αρχηγός. Η αρχική παραπλανητική πληροφόρηση ότι πίσω από όλα βρισκόταν μια μεγάλη δύναμη, υπονοώντας φυσικά τον Τσάρο, δεν ήταν δυνατόν να συνεχιστεί. Έτσι η ανεύρεση Αρχηγού δεν παίρνει αναβολές.Πλησιάζουν τον Καποδίστρια, αλλά αρνείται γιατί θεωρεί άκαιρο μέχρι επικίνδυνο το εγχείρημά τους. Και τότε στρέφονται στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, τον Ποντιακής καταγωγής Πρίγκιπα, υπασπιστή και αδελφικό φίλο του Τσάρου. Εκείνος απαντά ναι με ενθουσιασμό και μπαίνει επικεφαλής της Εταιρείας. Τώρα πια μπορούν να αναπνεύσουν ελεύθερα. Έχουν ολοκληρώσει την αποστολή τους και μάλιστα με ανέλπιστη επιτυχία. Έχουν κατορθώσει κάτι μοναδικό στην ιστορία του κόσμου. Μια χούφτα άνθρωποι, γυμνοί από κάθε εξωτερική δύναμη, στερημένοι από επίκτητα προσόντα, μπόρεσαν να ξεσηκώσουν μια τεράστια Επανάσταση και να ελευθερώσουν ένα Έθνος από παντοδύναμο δυνάστη. Και αυτό οφείλεται αποκλειστικά στη φλόγα της ψυχής τους. Με αυτή κατάφεραν να ανάψουν την πυρκαγιά που φώτισε όχι μόνο την Ελλάδα αλλά την οικουμένη ολόκληρη. Με αυτή έκαναν το σύνθημα του Ρήγα, σημαία. Σημαία πολέμου που κυμάτισε από τη Βλαχία μέχρι τη Μάνη και την Κρήτη.

Ελευθερία ή Θάνατος!

Και αυτή η απόφαση του θανάτου, ήταν η μυσταγωγία της Φιλικής, η μόνη κατήχηση στους Ραγιάδες.
Στο όνομα της Ελευθερίας, ο Ραγιάς αποφάσιζε να πεθάνει κι έτσι ξαναγινόταν ελεύθερος. Αυτός ήταν ο άθλος τους. Ότι ανέβασαν τους Έλληνες από τη θέση του υπόδουλου στη βαθμίδα του Ελεύθερου. Γιατί ο άνθρωπος είναι ή δεν είναι ελεύθερος,μέσα του. Και αυτός είναι ο λόγος που 200 χρόνια μετά, εξακολουθούμε να τιμάμε και να θαυμάζουμε τη δύναμή τους. Βέβαια στην εποχή μας υπάρχει μια τάση υπεραπλούστευσης των ιστορικών γεγονότων. Καμιά φορά μάλιστα φτάνει μέχρι και την υποτίμησή τους, αλλά αυτό δεν αφορά εκείνους. Απειλεί εμάς. Το να μην κατανοείς τα κίνητρα και το μεγαλείο της ψυχής του άλλου, είναι ανθρώπινο. Το να εννοείς όμως να τον μικρύνεις για να τον φτάσεις, είναι απαράδεκτο. Το να κρίνεις από τον καναπέ σου εκείνους που έκαναν προσκέφαλο την πέτρα για να μπορείς εσύ να έχεις καναπέ, δείχνει συμπλέγματα κι όχι αντικειμενικότητα.
Έκαναν και λάθη. Ποιός λέει το αντίθετο; Μα λάθη δεν κάνει μόνο όποιος δεν κάνει τίποτα. Και τα μεγαλύτερα τα κάνει εκείνος που έχει ως σκοπό ζωής να επισημαίνει τα λάθη των άλλων. Ας μην μας διαφεύγει ότι οι ήρωές μας ήταν άνθρωποι. Και κυρίως ότι ήταν Επαναστάτες. Και όπως έχει πει χαρακτηριστικά ο Λένιν: Οι επαναστάτες δεν φορούν λευκά γάντια, ούτε προέρχονται από παρθεναγωγεία.
Θα μου πείτε ότι ίσως να προσπαθούν με τον τρόπο τους να αμβλύνουν τις γωνίες, να αφήσουν πίσω το παρελθόν. Ίσως. Μα ο Σεφέρης έχει υπογραμμίσει ότι «Σβήνοντας ένα κομμάτι από το παρελθόν είναι σαν να σβήνεις ένα κομμάτι από το μέλλον». Γι’ αυτό ας προσέξουμε διπλά, γιατί το μέλλον δεν εξαρτάται μόνο από εμάς και κυρίως δεν μας ανήκει. Ανήκει στα παιδιά μας και τα παιδιά, όπως λένε οι ειδικοί, έχουν ανάγκη από πρότυπα για να οικοδομήσουν ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Με το να σαρώνουμε κάθε υψηλό και θαυμαστό, δεν τους προσφέρουμε εκδούλευση ούτε διαπλάθουμε ορθολογιστές και πολυπολιτισμικούς πολίτες. Άνευρους και χειραγωγήσιμους ενήλικες ετοιμάζουμε και δεν νομίζω ότι είναι για το καλό τους. Στο κάτω κάτω, ας αφήσουμε τα ίδια να επιλέξουν, όταν θα είναι έτοιμα, τι θα κρατήσουν και τι θα προσπεράσουν. Αλλά να το κάνουν μόνα τους, με δική τους βούληση και όχι με δική μας υπαγόρευση και υποβολή. Ας μην τους στερήσουμε την πρωτοβουλία για τις αποφάσεις της ζωής τους. Και κυρίως ας μην ισοπεδώνουμε τα πάντα. Έχουμε ευθύνη και υποχρέωση να το θυμόμαστε αυτό όλοι. Και η οικογένεια και το σχολείο και η κοινωνία. Πριν κλείσουμε, θεωρώ ότι θα ήταν παράλειψη, μια και αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε τα χνάρια των Φιλικών, να μη φτάσουμε μέχρι το τέλος.
Ο Σκουφάς, όπως είδαμε δεν ευτύχησε να δει το όνειρο της ζωής του ολοκληρωμένο. Έφυγε νεότατος, αφήνοντας όμως πίσω τη σφραγίδα και την παρακαταθήκη του που σεβάστηκαν και ολοκλήρωσαν οι σύντροφοί του στον κοινό αγώνα. Ο Τσακάλωφ, διορίστηκε από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη υπασπιστής του Ιερού Λόχου και πήρε μέρος στις μάχες που διεξήχθησαν στις Ηγεμονίες. Και όταν το κίνημα εκεί καταπνίγηκε, κατέβηκε στην Πελοπόννησο, όπου πολέμησε ως απλός στρατιώτης. Μετά την απελευθέρωση, χωρίς να ζητήσει τίποτα από την Πατρίδα έφυγε για τη Μόσχα, όπου τελείωσε τη ζωή του σε ηλικία 61 ετών. Ο Ξάνθος, μετά την αποτυχία της Επανάστασης στις Ηγεμονίες κατέβηκε στο Μοριάμαζί με τον Τσακάλωφ. Το 1826 υπακούοντας στην παράκληση του Δημητρίου Υψηλάντη, φεύγει για την Αυστρία προκειμένου να οργανώσει την απόδραση του Αλέξανδρου Υψηλάντη, μήπως και καταφέρει να σώσει την Επανάσταση, που έπνεε τα λοίσθια εκείνη την εποχή. Δυστυχώς η απόπειρα απέτυχε και αναγκάστηκε να καταφύγει στη Βλαχία. Αργότερα επέστρεψε στην Ελλάδαόπου και έμεινε μέχρι τις 28 Νοεμβρίου 1852.Τότε, γλίστρησε στην πίσω σκάλα της Βουλής, έπεσε και σκοτώθηκε. Ήταν 80 ετών και πάμφτωχος. Ο Αναγνωστόπουλος, έφτασε στον Μοριά συνοδεύοντας τον Δημήτριο Υψηλάντη. Πήρε μέρος σε όλα τα στρατιωτικά γεγονότα της περιοχής. Από την άλωση της Τριπολιτσάς, μέχρι τα Δερβενάκια και τις μάχες κατά του Ιμπραήμ. Παντού αγωνίστηκε με αυτοθυσία, χωρίς ποτέ να διεκδικήσει βαθμούς, μισθούς ή αξιώματα. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο γνωστός ιστορικός Σαράντος Καργάκος, «ο περήφανος αγωνιστής, πλούτο θεωρούσε την πενία του». Τέλος, ο χρυσοδωδέκατος, ο πάμπλουτος Παναγιώτης Σέκερης, άφησε την τελευταία του πνοή στο Ναύπλιο το 1846. Ήταν τότε 63 ετών και διαβιούσε εις πλήρη ένδειαν, όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά. Έτσι είναι οι πραγματικοί ήρωες και οι αληθινοί ηγέτες. Δίνουν τα πάντα και δεν ζητούν τίποτα. Φυσικά, δεν μπορούμε να είμαστε όλοι ήρωες. Μπορούμε όμως να αντλούμε δύναμη από το παράδειγμά τους και πίστη από την πίστη τους. Να πιστέψουμε ότι η Ελλάδα έχει το «χούι», που θάλεγε και ο Κολοκοτρώνης, να ξαναγεννιέται από τις στάχτες της. Φτάνει να μη σκιαχτούμε και προδώσουμε την ιστορία μας. Εξάλλου, όπως μας λέει και ο Μακρυγιάννης, «Έτσι είμαστε εμείς οι Έλληνες. Πάντοτε ολίγοι και όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά».