Θεοδώρα Λούφα-Τζοάννου
facebook


 

peira




«29 Μαΐου 1453 – 29 Μαΐου 2015:

562 χρόνια από την άλωση της Κωνσταντινούπολης»

«Το δε την πόλιν σοι δούναι ουτ' εμόν εστίν ουτ' άλλου των κατοικούντων εν αυτή, κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών".

Αυτή ήταν η αυτοπροαίρετη απάντηση των υπερασπιστών της Πόλης στον επίδοξο κατακτητή. Απάντηση θανάτου και μέσα από τον θάνατο πέρασαν απευθείας στην αιωνιότητα. Αδιάψευστη απόδειξη, η αποψινή μας εκδήλωση μνήμης και τιμής, 562 χρόνια μετά.

Και το αποφάσισαν, παρά το γεγονός ότι γνώριζαν πως ο αγώνας τους δεν θα έχει αίσιο αποτέλεσμα. Όπως ακριβώς το γνώριζαν πριν απ’ αυτούς οι Σπαρτιάτες του Λεωνίδα και αργότερα ο Διάκος στην Αλαμάνα και ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι. Κι όμως, δεν κιότεψαν! Δεν το έβαλαν στα πόδια, δεν συμβιβάστηκαν, πολύ απλά γιατί είχαν ψυχή και φιλότιμο και ανδρεία και κυρίως ιδανικά για να τους οδηγούν.

Κυρίες και κύριοι, βρισκόμαστε σήμερα εδώ όχι για να διηγηθούμε περασμένα μεγαλεία και να κλάψουμε γι’ αυτά. Είμαστε εδώ για να θυμηθούμε και κυρίως για να τιμήσουμε τους ηρωικούς προμάχους όπως τους αξίζει και όπως το έχουμε ανάγκη κι εμείς στους δύσκολους καιρούς που ζούμε.

Να αναβαπτιστούμε στα διδάγματα της ασυμβίβαστης γενναιοψυχίας, να ανανεώσουμε την αυτογνωσία μας, να παραδειγματιστούμε από τα άθλα της ιστορίας μας και να πιστέψουμε ότι ΝΑΙ, τούτος ο μικρός τόπος που λέγεται Ελλάδα, έχει βαθιές και γερές ρίζες και του αξίζει να συνεχίσει να ζει!

Η αποφράδα ημέρα της 29ης Μαΐου του 1453, που σημαδεύτηκε από την άλωση της Πόλης και το τέλος μιας Αυτοκρατορίας, θα μπορούσε εκτός από μνημόσυνο για τους πεσόντες, να αποτελεί και γενέθλιο σταθμό για τους επιγόνους. Και αυτό γιατί η πίστη, το κουράγιο και η προσδοκία, που καλλιέργησε τόσο αποτελεσματικά ο θρύλος του Μαρμαρωμένου Βασιλιά, 368 χρόνια μετά τη θυσία του, έκαναν το δικό τους θαύμα! Εκκόλαψαν το «Ελευθερία ή θάνατος», που οδήγησε στην ανάσταση του Γένους.

Το πως, το περιγράφει με τον δικό του απλό, πειστικό και απόλυτο τρόπο ό Γέρος του Μοριά στον ναύαρχο Χάμιλτον, όταν τον προέτρεψε να συμβιβαστούν. «Εμείς καπετάν Άμιλτον, δεν εκάμαμε ποτέ συμβιβασμό με τους Τούρκους. Άλλους έκοψαν, άλλους σκλάβωσαν με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, ζήσαμε ελεύθεροι από γενεά σε γενεά. Ο Βασιλιάς μας (εννοεί τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο) εσκοτώθη, δεν έκαμε καμία συνθήκη με τους Τούρκους. Η φρουρά του είχε παντοτινό πόλεμο μαζί τους και δύο φρούρια ήσαν ανυπόταχτα. Η φρουρά του είναι οι κλέφτες και τα φρούρια, η Μάνη, το Σούλι και τα Βουνά».

Ποιοί ήταν όμως οι λόγοι που οδήγησαν στον αφανισμό μια κραταιά Αυτοκρατορία, που στην εποχή της ακμής της εξουσίαζε τρεις Ηπείρους, Ασία, Ευρώπη και Αφρική και τα σύνορά της εκτείνονταν Ανατολικά μέχρι τον Τίγρη και τον Ευφράτη, Δυτικά μέχρι την κάτω Ιταλία, Βόρεια μέχρι τον Δούναβη και Νότια μέχρι τη Νουμιδία, την Βόρεια Αφρική;

Με δυο λέξεις, λάθη και πάθη. Και ήταν τόσο μεγάλα, ώστε πολλοί από τους Αυτοκράτορες βρέθηκαν σε Μοναστήρια ή είχαν βίαιο τέλος.

Παρ’ όλα αυτά, έζησε και δημιούργησε και συχνά μεγαλούργησε στα 1123 χρόνια του βίου της και άφησε την ανεξίτηλη σφραγίδα της στους λαούς που αποτέλεσαν τον πληθυσμό της. Κατά τραγική συγκυρία, η παρακμή της ξεκινά στην κορύφωση της ακμής της και σηματοδοτείται από τον θάνατο του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου. Βλέπετε, ο μεγάλος αυτός Αυτοκράτορας έκανε το ίδιο λάθος που είχε κάνει και ο Μέγας Αλέξανδρος. Δεν όρισε τον διάδοχό του, με αποτέλεσμα μετά τον θάνατό του να τον διαδεχτούν ήσσονες και ανίκανες προσωπικότητες που κυριολεκτικά κατέστρεψαν το οικοδόμημά του.

Μέσα σε 60 χρόνια, άλλαξαν 16 Αυτοκράτορες. Οι ίντριγκες, τα πάθη και οι εμφύλιες διενέξεις αποσαθρώνουν τα πάντα και προετοιμάζουν το έδαφος για την επέλαση των Σελτζούκων από την Ανατολή και των Νορμανδών από τη Δύση. Κι έτσι, η ήττα στο Μαντζικέρτ, από τις δυνάμεις του Άλπ Αρσλάν το 1071, ήρθε ως φυσική συνέπεια των λαθών και των παθών που ταλάνιζαν την Αυτοκρατορία. Μάλιστα ήταν η πρώτη φορά που Βυζαντινός Αυτοκράτορας, ο Ρωμανός ο Διογένης, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος.

Εκατό χρόνια αργότερα, ακολούθησε η ταπεινωτική ήττα στο Μυριοκέφαλο, κατά τη σύγκρουση με τις δυνάμεις του Σελτζούκου Κιλίτς Αρσλάν, που ολοκλήρωσε την καταστροφή.

Κι έτσι αδύναμη και διχασμένη, τη βρίσκουν οι Φράγκοι σταυροφόροι και την κατακυριεύουν το 1204. Είναι η πρώτη άλωση της

Κωνσταντινούπολης, για την οποία πολλοί υποστηρίζουν ότι είναι χειρότερη από τη δεύτερη. Επτά χιλιάδες αθώους λέγεται ότι σκότωσαν οι σταυροφόροι του πάπα Ιννοκέντιου Γ ΄ σε μια μόνο ημέρα. Άδειασαν τους Ναούς, άρπαξαν, βίασαν, κατέστρεψαν και γενικά φέρθηκαν με τέτοια βία, που 800 χρόνια μετά, ο Πάπας Ιωάννης – Παύλος Β΄ κατά την επίσημη επίσκεψή του, το Μάϊο του 2001, στην Ελλάδα, αισθάνθηκε την υποχρέωση να ζητήσει δημοσίως συγγνώμη για τη συμπεριφορά των σταυροφόρων.

Κυριάρχησαν 57 χρόνια, μέχρι το 1261, που ανακατέλαβε την Πόλη ο Μιχαήλ Η΄ ο Παλαιολόγος, ο πρώτος της δυναστείας, με τελευταίον στη σειρά, τον Κωνσταντίνο τον 11ο, τον ικανότερο της γενιάς του, που η μοίρα όμως προόριζε να είναι και ο έσχατος.

Ο Κωνσταντίνος ο ΙΑ΄, γεννήθηκε στις 8 Φεβρουαρίου του 1405 και ήταν ο 4ος γιος του Μανουήλ Παλαιολόγου και της Ελένης Δραγάση Παλαιολογίνας.

Από παιδί ξεχώριζε από τα αδέλφια και τους φίλους του. Όπως μας πληροφορεί ο πιστός φίλος του μέχρι το τέλος, Γεώργιος Φραντζής, είχε κληρονομήσει την πολεμικότητα της γενιάς του και δεν ήξερε τι θα πει φόβος. Ενώ τα υπόλοιπα παιδιά σκιάζονταν ν’ ανεβούν στον Πύργο του Ανεμά, όπου έλεγαν ότι σερνόταν το φάντασμα κάποιου Ισαακίου, ο Κωνσταντίνος πήγαινε και έμενε ώρες εκεί περιμένοντας να παλέψει μαζί του.

Ο πατέρας του χαιρόταν να βλέπει τον ατρόμητο γιο του να νικά σε όλα τα αγωνίσματα, να τοξεύει με απόλυτη επιτυχία και να καλπάζει σαν Κένταυρος και στους πιο δύσκολους δρόμους και κυρίως να διαπιστώνει ότι αυτό που τον χαρακτήριζε, ήταν το αίσθημα ευθύνης και η σοβαρότητα με την οποία αντιμετώπιζε οτιδήποτε αναλάμβανε. Και προφανώς όλα αυτά τον ώθησαν να τον εμπιστευτεί από πολύ νωρίς. Συγκεκριμένα, την ημέρα των γενεθλίων του για τα 16 του χρόνια, τον κάλεσε να εμφανιστεί στην αίθουσα του θρόνου. Εκεί, ο νεαρός Κωνσταντίνος άκουσε εμβρόντητος τον πατέρα του να πλέκει το εγκώμιό του και να ανακοινώνει στους συναγμένους συγκλητικούς, πως από εκείνη τη στιγμή τον όριζε δεσπότη της Σηλυβρίας.

Ο νεαρός δεσπότης έγινε αμέσως αγαπητός από τον λαό της Θράκης, αλλά κι εκείνος αγάπησε τον τόπο και τους ανθρώπους του. Παρά το νεαρό της ηλικίας του, ανταποκρίθηκε επάξια στις υποχρεώσεις του και δεν προβλημάτισε ποτέ τον πατέρα και Αυτοκράτορά του.

Και όταν μετά τον θάνατο του πατέρα τους, ανέβηκε στον θρόνο ο μεγαλύτερος αδελφός του, Ιωάννης ο Η΄, ο Κωνσταντίνος του συμπαραστάθηκε με προθυμία και ανταποκρίθηκε σε όποια αποστολή του ανέθεσε με τόλμη και αποτελεσματικότητα.

Κατέβηκε στον Μοριά, όπως του ζήτησε, μόνοιασε τους αδελφούς τους Θωμά και Θεόδωρο και μαζί τους ανακατέλαβε τις περισσότερες από τις Φραγκοκρατούμενες περιοχές, επαναφέροντας την εμπιστοσύνη και την αισιοδοξία στον λαό της Πελοποννήσου.

Στήριξε τον Αυτοκράτορα στην απόφασή του να προχωρήσει στην ένωση των εκκλησιών, με απώτερο σκοπό να εξασφαλίσει την υποστήριξη του Πάπα σε περίπτωση ανάγκης. Και τον αναπλήρωσε επάξια όσο απουσίαζε στη Δύση για την υπόθεση της ένωσης.

Μα όσο άξιος και τυχερός αρωγός ήταν για τους άλλους, τόσο σε προσωπικό επίπεδο τραβούσε επάνω του όλα τα χτυπήματα της ειμαρμένης, όπως τα ψηλότερα δέντρα τραβούν τους κεραυνούς. Έχασε και τις δύο συζύγους του λίγο μετά τον γάμο τους και μάλιστα μαζί με την Αικατερίνη του, τη δεύτερη σύζυγό του, χάθηκε και ο πολυαναμενόμενος διάδοχος του θρόνου, αφού κανένας Παλαιολόγος δεν είχε μέχρι τότε αποκτήσει αγόρι. Οι απανωτές προσωπικές του απώλειες τον συγκλόνισαν, αλλά δεν παραμέλησε τις υποχρεώσεις του.

Ως δεσπότης του Μυστρά, από τον Οκτώβριο του 1443, έφερε νέον άνεμο δημιουργίας και αισιοδοξίας σ’ ολόκληρο τον Μοριά. Ήταν ο πρώτος που αποκάλεσε και πάλι τους Μοραΐτες Έλληνες, για να τους υπενθυμίσει την ιστορική καταγωγή τους και να αναπτερώσει το ηθικό και την πίστη τους, που είχαν καταρρακώσει οι κάθε λογίς κατακτητές. Ξανάχτισε το Κάστρο του Ισθμού και με τη συμπαράσταση του Θωμά, τον Απρίλιο του 1444, ξεκίνησε να ελευθερώσει τη Βόρειο Ελλάδα.

Ήταν ο πρώτος ουσιαστικά ξεσηκωμός των Ελλήνων για ελευθερία 337 χρόνια πριν το 1821 και 9 πριν σκλαβωθεί η Πόλη. Και ο Κωνσταντίνος κάνει το θαύμα. Μέσα σε λίγους μήνες, Μοριάς, Ρούμελη και Θεσσαλία είναι και πάλι ελεύθερες περιοχές. Ο στρατός και ο λαός ξαναβρίσκουν την αλκή τους και του απονέμουν το προσωνύμιο «Δράκος». Ούτε δεσπότης, ούτε πρίγκιπας. «Δράκος», ημίθεος, που με την υπερφυσική του δύναμη έσβησε τη ντροπή και τους έκανε να νοιώσουν δυνατοί. Να γιατί του ταιριάζει πραγματικά ο χαρακτηρισμός ως τελευταίος των Βυζαντινών, αλλά πρώτος των Ελλήνων.

Στο μεταξύ πεθαίνει ο Αυτοκράτορας Ιωάννης και εκκλησία, λαός, παλατιανοί και στρατός δείχνουν για διάδοχό του τον Κωνσταντίνο. Και εκείνος, πάντα στρατιώτης, πάντα πιστός στο καθήκον, δέχεται χωρίς δεύτερη σκέψη το στέμμα, παρά το γεγονός ότι γνωρίζει πως μέσα του κλείνει το αγκάθινο στεφάνι του δικού του μαρτυρίου.

Το ίδιο βράδυ της στέψης του, όταν ο περιχαρής φίλος του, ο Φραντζής, τον αγκαλιάζει φωνάζοντας «Επιτέλους έγινες Αυτοκράτορας αφέντη μου!» του αποκρίνεται: «Μη με μακαρίζεις, Γεώργιε. Εσύ τουλάχιστον πρέπει να νοιώθεις τι φορτίο σηκώνω. Γελοίο ομοίωμα Ρωμαίου Αυτοκράτορα είμαι.» Και είχε απόλυτο δίκιο. Η αποσάθρωση της «Αυτοκρατορίας» του ήταν τέτοια, που χρειάστηκε ξένα καράβια για να μεταβεί από την Πελοπόννησο στην Πρωτεύουσά του.

Ήταν ξημέρωμα της 12ης Μαρτίου του 1449, όταν τρία Καταλανικά καράβια αγκυροβόλησαν στο λιμάνι του Επτασκαλίου, μπροστά στη Βασιλική αποβάθρα. Ο Αυτοκράτορας βγαίνει στο κατάστρωμα και ο λαός τον υποδέχεται παραληρώντας. Στο πρόσωπό του βλέπει τον σωτήρα, το λυτρωτή του, τον «Δράκο» του Μοριά που θα τον σώσει από το πεπρωμένο του. Και είναι τόσο επιβλητικός, που δεν χορταίνουν να τον κοιτάζουν! Το παράστημά του και μόνο επιβεβαιώνει πως είναι όχι μόνο ένας βασιλικός πρίγκιπας, αλλά και ένας πρίγκιπας της ζωής, από εκείνους που έχουν γεννηθεί για να ξεχωρίζουν.

Πρώτοι ανεβαίνουν στο πλοίο ο μέγας αυλάρχης και ο προκαθήμενος του βεστιαρίου, μεταφέροντας τον περίφημο «λιθένδυτο σάκο». Έναν ασήκωτο μανδύα υφασμένο με χρυσάφι βάρους 20 κιλών, που ήταν ολοκέντητος με πολύτιμους λίθους. Αρνείται να τον φορέσει όπως αρνήθηκε και το βαρύτιμο στέμμα. Θεωρεί ότι είναι αταίριαστο να χρυσοστολίζεται, όταν αυτό που υπάρχει γύρω του είναι μια φοβερή παρακμή.

Ακολούθησε όμως όλο το υπόλοιπο τελετουργικό για να μην αποκαρδιώσει τον λαό του. Αλλά το μυαλό και η προσοχή του είναι στραμμένα στη διάλυση που παρατηρεί πίσω από το πανηγύρι. Αυτό που παραλαμβάνει δεν είναι η Πρωτεύουσα μιας Αυτοκρατορίας. Είναι η σκιά της. Φυσικά τη γνώριζε την πραγματικότητα, μα τώρα που τη βλέπει ανάγλυφη μπροστά του, δεν μπορεί να μη νοιώθει την αγωνία να τον πνίγει.

Έχει μια πρωτεύουσα χωρίς κράτος, εκτός αν μπορούν να χαρακτηριστούν κράτος 2-3 μεγάλες πόλεις, κάποια μικρά νησιά και ο Μοριάς, φόρου υποτελής κι εκείνος στους Τούρκους. Και επιπλέον, έχει έναν λαό διαιρεμένο, μια οικονομία κατεστραμμένη, τείχη γκρεμισμένα και ανύπαρκτο στην πραγματικότητα εθνικό στρατό, αφού αποτελείται από αλλοεθνείς και αλλόπιστους μισθοφόρους. Όμως ανέλαβε το χρέος να αγωνιστεί να σώσει ό,τι μπορεί και είναι αποφασισμένος να το κάνει.

Όχι γιατί πιστεύει κατά βάθος ότι μπορεί να σωθεί η ήδη νεκρή Αυτοκρατορία. Αλλά γιατί θέλει να διασώσει την τιμή και την υπερηφάνειά της. Μέσα του το γνωρίζει ότι η Πόλη θα πέσει. Τον νοιάζει όμως το Έθνος που δεν θέλει να ξεπέσει. Γι’ αυτό είναι αποφασισμένος να κάνει το καλύτερο. Για να δώσει το παράδειγμα του ανυπότακτου, του αδούλωτου, του περήφανου πρώτου. Και τελικά το κατάφερε. Έπεσε στις επάλξεις, κυριολεκτικά και μεταφορικά και έγινε θρύλος, τραγούδι, παρηγοριά, που ζέστανε τις ψυχές και κράτησε ζωντανή την ελπίδα. Κι όταν έφτασε η ώρα, ο Γέρος, εκείνον θυμήθηκε και μνημόνευσε απαντώντας με υπερηφάνεια στις υποδείξεις του Χάμιλτον.

Η πρώτη κίνηση του νέου Αυτοκράτορα, είναι να υπογράψει συνθήκη φιλίας με τον σουλτάνο Μουράτ, για να κερδίσει χρόνο. Πρέπει να δει τι μπορεί να κάνει και μάλιστα χωρίς χρονοτριβή.

Τα ταμεία είναι άδεια. Οι ανάγκες για την άμυνα, τη διπλωματική υπηρεσία και τον ανεφοδιασμό της Πόλης σε τρόφιμα, δεν επιδέχονται την παραμικρή αναβολή. Καλεί αμέσως τον υπουργό του των οικονομικών, Νικόλαο Μελαχρινό και αρχίζουν περικοπές, ξεκινώντας από τον οίκο του.

Τα παλάτια την εποχή των Κομνηνών απασχολούσαν 25.000 ανθρώπους, που οι πρώτοι Παλαιολόγοι τους περιόρισαν στις 11.000. Τους μειώνει στις 2.000. Καταργεί την κυνηγετική υπηρεσία, χαρίζει τα 200 καλογυμνασμένα σκυλιά και αφήνει ελεύθερα τα 50 κυνηγετικά γεράκια του Καυκάσου. Διώχνει τους ξένους μισθοφόρους της σωματοφυλακής του. Λιώνει τις ασημένιες πόρτες του παλατιού και το ολάργυρο κρεβάτι του αδελφού του Ιωάννη και κόβει νομίσματα, ενώ συγχρόνως προσπαθεί με κάθε μέσο να ανοίξει τις πόρτες και τις συνειδήσεις των Δυτικών ηγεμόνων που εξακολουθούν να παραμένουν ερμητικά κλειστές, αγνοώντας επιδεικτικά τον κίνδυνο που απειλεί όλους.

Και τότε, πέφτει σαν βόμβα η είδηση ότι πέθανε ο σουλτάνος Μουράτ! Τον διαδέχεται ο 20χρονος γιος του ο Μεχμέτ ή Μωάμεθ ο Β΄, που η πρώτη του ενέργεια είναι να πνίξει με χρυσή αλυσίδα, όπως συνηθιζόταν, τον ετεροθαλή 8μηνο αδελφό του για να είναι … ήσυχος.

Είναι κοινό μυστικό ότι το μεγαλύτερο όνειρό του νεαρού σουλτάνου είναι να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη. Να ξεπεράσει τον παππού του, τον Βαγιαζήτ ή Γιλδιρίμ (Κεραυνό) και τον πατέρα του, που, όπως με κάποια δόση χαιρεκακίας του αρέσει να σκέφτεται, έσπασαν τα μούτρα τους επάνω στα τείχη της Βασιλεύουσας των Ρωμιών.

Με αυτό το όνειρο ζει. Και είναι τόσο δυνατό, που τον κάνει να χάνει ακόμα και τον ύπνο του. Οι βιογράφοι του λένε πως ολόκληρες νύχτες έμενε ξάγρυπνος κάνοντας σχέδια κι όταν τον έπνιγε η αγωνία, έβγαινε στους δρόμους και περπατούσε παραμιλώντας σαν αλλοπαρμένος. Αλλοίμονο σε όποιον είχε την ατυχία να τον συναντήσει και να κάνει το λάθος να τον προσκυνήσει, δείχνοντας έτσι πως τον αναγνώρισε! Έχανε με μιας το κεφάλι του, για να μην μαθευτούν η αγωνία και τα ψυχολογικά προβλήματα του σουλτάνου.

Ξεκινά αμέσως. Χτίζει το δικό του Κάστρο στην ευρωπαϊκή πλευρά του Βοσπόρου, το Ρούμελη Χισάρ ή λαιμοκόφτη, όπως το χαρακτήρισαν οι Βυζαντινοί, απέναντι ακριβώς από το Αναντολού χισάρ του παππού του, εμποδίζοντας έτσι κάθε διέλευση από τα στενά χωρίς την άδειά του και απομονώνοντας εντελώς την Πόλη.

Αυτός ο ασυγκράτητος νεαρός, ο παθιασμένος και γεμάτος απωθημένα, που πυροδοτούν αιματηρά σχέδια, είναι ο αντίπαλος του Παλαιολόγου. Αυτόν πρέπει να αντιμετωπίσει και είναι αποφασισμένος να το κάνει με κάθε θυσία! Αφήνει παράμερα τον μανδύα του Αυτοκράτορα, φοράει την πανοπλία του πολεμιστή και ξεκινά τις προετοιμασίες για τον αγώνα που πλησιάζει και θα είναι αγώνας ζωής ή θανάτου. Αρχίζει αμέσως την επισκευή των τειχών που χρόνια ολόκληρα ρημάζουν. Μπαίνει μπροστά και μαζί με άντρες, γυναίκες και παιδιά αρχίζει την αποκατάστασή τους. Μεταφέρουν τόνους από ξύλα, πέτρες, χώμα, ακόμα και μάρμαρα από σπίτια και πλάκες από τους τάφους για να κλείσουν τις ρωγμές και να ξαναχτίσουν τους Πύργους. Καθαρίζουν την προστατευτική τάφρο, που έχει 10 μέτρα πλάτος και 6 βάθος και τη γεμίζουν μέχρι επάνω με νερό.

Στη συνέχεια, αν και γνωρίζει τις συνέπειες, δέχεται την πίεση του Πάπα για τέλεση κοινής λειτουργίας των δύο εκκλησιών, στην Αγία Σοφία. Και αμέσως ξεσπά θύελλα. Την ημέρα της κοινής λειτουργίας, ο λαός απουσίασε επιδεικτικά, επειδή θα μνημονευόταν το μισητό όνομα του Πάπα. Ήταν λάθος του; Ποιός μπορεί να κρίνει εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς; Το ζήτημα είναι ότι ο λαός διχάστηκε, ενώ οι Δυτικοί δεν ανταποκρίθηκαν τελικά στις εκκλήσεις του Αυτοκράτορα για βοήθεια τη δύσκολη ώρα.

Εκείνες τις ημέρες παρουσιάστηκε στον Κωνσταντίνο ένας Ούγγρος πρακτικός χύτης μετάλλου, με το όνομα , ο γνωστός μας Ουρβανός, ο οποίος του παρουσίασε κάποια σχέδια και τον διαβεβαίωσε ότι μπορούσε να του κατασκευάσει το μεγαλύτερο κανόνι όλων των εποχών. Θα είναι τόσο δυνατό, είπε, που θα μπορεί από χίλιες οργιές αλάργα να κάνει σκόνη οποιοδήποτε οχυρό. Ζητούσε όμως ένα τεράστιο ποσόν, που για τα οικονομικά της Αυτοκρατορίας ήταν αδύνατο να βρεθεί. Κι έτσι, κατέληξε στον σουλτάνο που του έδωσε τα τετραπλάσια κι εκείνος του κατασκεύασε την περίφημη μπομπάρδα.

Όταν μπήκε ο Ιανουάριος του 1453, κυκλοφόρησε η είδηση ότι η μπομπάρδα είναι έτοιμη στα χέρια του Μωάμεθ κι αυτό προκάλεσε πανικό. Ευτυχώς την πιο δύσκολη στιγμή, καταφθάνει με δύο πλοία ένας Γενοβέζος ευγενής, ο γιγαντόσωμος Ιωάννης Ιουστινιάνι, με 400 -άλλοι λένε 700- σιδερόφρακτους έμπειρους πολεμιστές και δηλώνει ότι είναι αποφασισμένος να πολεμήσει στο πλευρό του Αυτοκράτορα.

Είναι πασίγνωστος πολέμαρχος, θαυμαστός για το θάρρος του και προσφέρει εθελοντικά το σπαθί του στον Κωνσταντίνο. Εκείνος γεμάτος ενθουσιασμό τον ορίζει πρωτοστράτορα και αμέσως οι δυο άντρες ξεκινούν την οργάνωση της άμυνας.

Στα μέσα Φεβρουαρίου ο σουλτάνος είναι έτοιμος. Διατάζει ένα σώμα 10.000 αντρών, να συνοδεύσει την μπομπάρδα στην Κωνσταντινούπολη. Το τερατώδες πραγματικά δημιούργημα του Ουρβανού ξεπερνά τα 8 μέτρα σε μήκος και το βάρος του αγγίζει τους 20 τόνους. Χρειάστηκαν 60 ζεύγη βοδιών για να το σύρουν και 400 άντρες για να το υποβαστάζουν δεξιά και αριστερά, ενώ 2.000 εργάτες ισιώνουν το έδαφος για να περάσει. Φτάνει μπροστά στην Πόλη στις αρχές Απριλίου. Και συγχρόνως φτάνει και ο Μωάμεθ με τον στρατό του, ο οποίος, όπως αναφέρει ο Φραντζής, είναι αναρίθμητος, σαν την άμμο της θάλασσας και το ναυτικό του που το αποτελούν 420 πλοία.

Από την πλευρά του ο Αυτοκράτορας, αναθέτει στον Γεώργιο να ετοιμάσει μια κατάσταση με τον αριθμό των δικών τους στρατιωτών και τον οπλισμό τους. Και λέει ο Φραντζής: «Αφού εκτέλεσα την εντολή του, παρουσιάστηκα και του παρέδωσα λυπημένος τη λίστα. Την πήρε, την κοίταξε μια – δυο στιγμές και μου είπε: Μην πεις τίποτα σε κανέναν. Ύστερα αναστέναξε βαθειά χωρίς να πει τίποτα άλλο». Και τί να έλεγε αλήθεια; Ότι από τους 30 περίπου χιλιάδες ενήλικους κατοίκους της Πόλης του μόνο 4.937 βρέθηκαν κατάλληλοι και έτοιμοι για να την προστατεύσουν; Και ότι από τους υποτιθέμενους συμμάχους του Δυτικούς, χάριν των οποίων παρέβλεψε τη βούληση του λαού του

και δέχθηκε την κοινή λειτουργία των δύο εκκλησιών στην Αγία Σοφία, ελάχιστοι φιλοτιμήθηκαν να του συμπαρασταθούν; Πώς σχολιάζεται μια τέτοια πραγματικότητα πέρα από έναν αναστεναγμό; Μόνο αργότερα συνομιλώντας με τον Ιουστινιάνι άφησε το θυμό και το παράπονό του να ξεσπάσουν:- «Είναι να αηδιάζει κανείς με την Ευρώπη, όταν μάθει ότι σ’ εμένα υπηρετούν όλοι κι όλοι 3.000 Ευρωπαίοι και στον άπιστο έτρεξαν 29 χιλιάδες, έτοιμοι να πολεμήσουν για τη δόξα του Προφήτη!» - «Δεν πειράζει» του απάντησε εκείνος. «Καθένας μας θα πολεμήσει για δέκα». Ο Αυτοκράτορας συγκινήθηκε. «Είναι γενναία τα λόγια σου πρωτοστράτορα», είπε. «Όμως πες μου, πώς επανδρώνεται ένα τείχος με 20 χιλιόμετρα περίμετρο με τόσο λίγους υπερασπιστές;» - «Μόνο με το θάρρος, Βασιλιά μου».

Κοιτάχτηκαν κατάματα και συνεννοήθηκαν χωρίς λόγια. Θα πολεμούσαν μέχρι θανάτου.

Μετά από όλα αυτά δίνει εντολή να σηκωθεί αμέσως η βαριά αλυσίδα που προστατεύει τον Κεράτιο, να καούν οι γέφυρες και να χτιστούν οι εξωτερικές πύλες των τειχών.

Η πολιορκία αρχίζει και οι αντίπαλοι παίρνουν τις θέσεις τους.

Ο Μωάμεθ χωρίς καθυστέρηση, τοποθετεί τα ατέλειωτα πυροβόλα του, για 10.000 μικρά και μεγάλα κάνει λόγο ο αυτόπτης μάρτυρας της πολιορκίας, Ιάκωβος Τετάλδι, σε 14 καίρια σημεία και την μπομπάρδα απέναντι από την πύλη του Αγίου Ρωμανού, του οχυρού που γνωρίζει ότι υποστηρίζουν ο Αυτοκράτορας με τον Ιουστινιάνι.

Ξεκινά με ανελέητο βομβαρδισμό, ελπίζοντας ότι σύντομα τα αποσαθρωμένα τείχη θα καταρρεύσουν. Έχει υποτιμήσει όμως και τα τείχη και τους υπερασπιστές τους. Γιατί τα γέρικα Κάστρα αντέχουν και τις όποιες ζημιές προκαλούνται την ημέρα, οι πολιορκημένοι τις επισκευάζουν τη νύχτα.

Σκυλιάζει. Ρίχνει στη μάχη τους ατάκτους του, τους Βασιβουζούκους με την εντολή να επιχωματώσουν την τάφρο και να σκαρφαλώσουν στα τείχη με σκάλες. Ξεχύνονται κατά χιλιάδες, αλλά αποδεκατίζονται χωρίς αποτέλεσμα. Αρχίζει να κλονίζεται, να αναρωτιέται, αλλά εξακολουθεί να ελπίζει.

Στο μεταξύ, το περίφημο ναυτικό του γνωρίζει ταπεινωτική ήττα σε μια αναμέτρηση με τρεις γενουάτικες γαλέρες και ένα βυζαντινό πλοίο. Εξοργίζεται, μπαίνει έφιππος στη θάλασσα ουρλιάζοντας και απειλώντας. Δώδεκα χιλιάδες ναύτες λέει ο Φραντζής ότι έχασε σ’ εκείνη την αναμέτρηση κι αυτό τον τρελαίνει. Ξεσπά την οργή του στον ναύαρχό του τον Μπαλτόγλου, δημεύει την περιουσία του και τον καταδικάζει σε 101 ραβδισμούς.

Και εξοργισμένος, επανέρχεται δριμύτερος στην πολιορκία. Μα οι ημέρες περνούν και οι Γκιαούρηδες αντιστέκονται κι αυτό τον απελπίζει. Πρέπει πάση θυσία να βάλει τα καράβια του στον Κεράτιο για να αρχίσει να χτυπά και από εκεί. Η καταραμένη αλυσίδα όμως που προστατεύει την είσοδο δεν σπάζει με τίποτα. Σοφίζεται το αδύνατο. Κατασκευάζει δίολκο στην ξηρά, κατεβάζει τα πλοία του από τον λόφο του Πέραν και τα ρίχνει στον Κόλπο. Μα και πάλι το ποθητό δεν επιτυγχάνεται. Ανοίγει υπόγειες στοές. Θα περάσει κάτω από τα τείχη και θα το αιφνιδιάσει αυτό το σεϊτάν ασκέρ! Βρίσκει όμως μπροστά του έναν γέροντα απόστρατο λαγουμιτζή, τον Γιόχαν Γράντ, που αντιλαμβάνεται τις προθέσεις του και ανοίγει αντιλαγούμια από το εσωτερικό περιμένοντας τους εισβολείς. Κι όταν οι σήραγγες συναντιούνται, τους υποδέχεται με εκρηκτικά και με το υγρό πυρ!

Ο Μεχμέτ αρχίζει να αισθάνεται τα πρώτα ρίγη φόβου. Όμως δεν έχει πει ακόμα την τελευταία του λέξη. Δεν έχει χρησιμοποιήσει τη χρυσή του εφεδρεία, τους Γενίτσαρους, που περιμένουν ανυπόμονα να ξεχυθούν στη μάχη.

Δίνει εντολή να ετοιμάζονται. Τη νύχτα θα επιτεθούν στην Πύλη της Βλαχέρνας, που τη θεωρούν το πιο αδύναμο σημείο. Εφορμούν ασυγκράτητοι. Ο Αυτοκράτορας σπεύδει για να εμψυχώσει τους στρατιώτες του. Αρχίζει μια ανελέητη και αμφίρροπη μάχη, που κρατά ώρες. Οι Γενίτσαροι δεν είναι άτακτοι. Πολεμούν με πάθος και είναι αμέτρητοι. Ξημερώνει. Οι σκληραγωγημένοι Γενίτσαροι αρχίζουν να λιποψυχούν από την ολονύχτια προσπάθεια και να δείχνουν τάσεις υποχώρησης. Λίγο πριν φέξει, η κραυγή «Λάκισαν οι άπιστοι» αναπτερώνει την ελπίδα και όλοι σπεύδουν στα τείχη.

Είναι αλήθεια. Οι Γενίτσαροι έχουν φύγει. Άλλη μια νίκη. Ο Κωνσταντίνος συγχαίρει τους στρατιώτες του και πανηγυρίζει μαζί τους, αλλά κατά βάθος εξακολουθεί να ανησυχεί γιατί γνωρίζει ότι καμία νίκη δεν έχει νόημα αν δεν είναι η τελειωτική.

Πριν προλάβουν να χαρούν και να ηρεμήσουν, περίεργα φυσικά φαινόμενα κάνουν την εμφάνισή τους τρομάζοντας και τους πιο ψύχραιμους. Από τα ξημερώματα της 26ης Μαΐου, ένα πυκνό σύννεφο σκεπάζει τα πάντα δημιουργώντας μια απόκοσμη σκοτεινιά, που σκορπίζει τον τρόμο. Οι προφητείες δίνουν και παίρνουν.

Το ίδιο βράδυ, από τις 9 μέχρι τις 11, ένα λαμπρό φως έρχεται και στέκεται πάνω από την Αγιά – Σοφιά. Η δεισιδαιμονία γίνεται παραλήρημα και πολλοί, μέσα στον πανικό τους στρέφονται ακόμα και εναντίον του Αυτοκράτορα, που δεν ξέρει πια τι να πρωτοαναχαιτίσει. Τον φόβο ή τον εχθρό, που πληροφορείται τα πάντα και πυκνώνει τις επιθέσεις;

Δίνει εντολή να οργανωθεί πάνδημη λιτανεία για να καταλαγιάσει ο φόβος. Σύσσωμος ο λαός με εικόνες και λάβαρα ακολουθεί την τελευταία του ελπίδα που την έχει εναποθέσει στα χέρια της Υπερμάχου της Πόλης Θεοτόκου. Έχουν πλέον αποκάμει όλοι. 55 μερόνυχτα αδιάκοπου αγώνα θα εξαντλούσαν ακόμα και υπεράνθρωπους. Σαν σκιές, λένε οι αυτόπτες ιστορικοί, πορεύονται ψάλλοντας και κλαίγοντας. Περνούν τις ιερές εικόνες από τα τείχη παρακαλώντας την Οδηγήτρια να τα προστατεύσει. Και τότε έρχεται το τελειωτικό χτύπημα. Ξεσπά μια δυνατή μπόρα και αρχίζει να πέφτει χαλάζι. Τρομάζουν. Σημάδι! Φωνάζουν μερικοί και μέσα στον πανικό, η εικόνα της Οδηγήτριας πέφτει από τη βάση της και σωριάζεται στις λάσπες. Το τι επικρατεί είναι αδύνατον να περιγραφεί! Γιατί ο φόβος γίνεται βεβαιότητα ότι έφτασε το τέλος.

Οι δυνατές καμπάνες της μεγάλης εκκλησιάς, οι οποίες αρχίζουν να χτυπούν, σαν να συνεφέρνουν κάπως τους κατατρομαγμένους Βυζαντινούς, που σπεύδουν να ζητήσουν καταφύγιο κάτω από τη σκέπη της. Οι ιερείς αρχίζουν αμέσως τη λειτουργία, που έμελλε να είναι και η τελευταία.

Μαζί με όλους μπαίνει και ο Αυτοκράτορας. Είναι κατάχλωμος από την κούραση και τη νηστεία. Σε λίγο πλησιάζει με δέος και μεταλαμβάνει δακρυσμένος. Ίσως είναι η τελευταία φορά που βρήκε χρόνο να επικοινωνήσει με τον Δημιουργό του, γιατί μετά από αυτό τα γεγονότα τον παρασύρουν με ασυγκράτητη βιαιότητα.

Ο κατάσκοπός του, ο Χαλήλ πασάς, τον έχει ειδοποιήσει ότι την Τρίτη, στις 29 του μήνα, ο Μωάμεθ θα κάνει την μεγάλη επίθεση.

Ο Φραντζής αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το φοβερό βράδυ της Δευτέρας ο Αυτοκράτορας κάλεσε όλους τους άρχοντες, τους δημάρχους, τους εκατόνταρχους και τους άλλους βαθμοφόρους του στρατού και τους μίλησε. Ήταν μια ομιλία ψυχής, που δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο. Τους υπενθύμισε το χρέος όλων, τους εξόρκισε να αγωνιστούν μέχρι το τέλος, τους διαβεβαίωσε ότι αν το πιστέψουν μπορούν να νικήσουν και αφού τους ενθάρρυνε με πύρινα λόγια, κατέληξε: «Αν τελικά πέσουμε, να θυμάστε ότι μας περιμένει στον ουρανό αμάραντο στεφάνι και στη γη αιώνια δόξα».

Εκείνη τη νύχτα, της 28ης Μαΐου δεν κοιμήθηκε κανείς. Και κυρίως δεν ησύχασε ο Παλαιολόγος. Ιππεύοντας το λευκοπόδαρο άτι του, διατρέχει ακούραστος τα 20 χιλιόμετρα των τειχών για να ελέγξει τα πάντα, να δώσει κουράγιο στους κατάκοπους και αποδεκατισμένους πολεμιστές του, να παρηγορήσει του τραυματίες, να εγκαρδιώσει τους αμάχους, να μιλήσει και να σχεδιάσει την άμυνα με τους αξιωματικούς του αλλά κυρίως, να ξαναδεί για τελευταία ίσως φορά την Πόλη του! Την πόλη για την οποία είναι αποφασισμένος να δώσει τη ζωή του κι αν δεν είναι θέλημα Θεού να την σώσει, τουλάχιστον να πέσει μαζί της και να πέσουν έντιμα και περήφανα. Ένα αχνό χαμόγελο χαράζει το πρόσωπό του καθώς αποχαιρετά μνήμες, αγάπες, όνειρα και την ίδια την ύπαρξή του.

Δυο ώρες αργότερα ξέσπασε ο χαλασμός. Ο βρυχηθμός και η φωτιά που ξεχύνονται από τα στόμια των κανονιών δίνουν το σήμα της επίθεσης, που ξεκινά συγχρόνως από στεριά και θάλασσα.

Χιλιάδες άτακτοι Βασιβουζούκοι ξεχύνονται αλαλάζοντας, περνούν την τάφρο και επιχειρούν να ανέβουν στα τείχη. Απωθούνται γρήγορα και όσοι επιζούν το βάζουν στα πόδια. Ακολουθεί δεύτερη κι ύστερα τρίτη επίθεση, μα όλες αποτυγχάνουν. Ο Αυτοκράτορας όρθιος ανάμεσα στους στρατιώτες του αγωνίζεται με πείσμα, δίνοντας το παράδειγμα και διδάσκοντας τι σημαίνει ανδρεία.

Αρχίζει να ξημερώνει. Το λυκαυγές φωτίζει τη φρίκη που άφησε πίσω της η νύχτα. Χιλιάδες σώματα σκεπάζουν το έδαφος σ’ όλη την περίμετρο των χερσαίων τειχών. Ο Μωάμεθ δεν ταράζεται. Αυτή ακριβώς ήταν η αποστολή τους. Να κουράσουν τους Γκιαούρηδες για να είναι εύκολη λεία στην επόμενη επίθεση.

Μπαίνει επικεφαλής 12.000 Γενιτσάρων αποφασισμένος για όλα. Ουρλιάζει, ενθαρρύνει, απειλεί και τους τάζει τα πάντα. Αυτοί θα είναι οι πορθητές. Τα εξισλαμισμένα Ελληνόπουλα, που έμαθαν να ορκίζονται στο όνομα του Προφήτη και να θυσιάζονται για το μεγαλείο του.

Και δεν τον απογοητεύουν. Ορμούν με ουρλιαχτά και τυμπανοκρουσίες που παγώνουν το αίμα. Εκμεταλλεύονται κάθε άνοιγμα στα τείχη, κάθε πεσμένο Πύργο, κάθε τι που τους διευκολύνει και σκαρφαλώνουν σαν αερικά μέχρι τις πολεμίστρες. Εκεί όμως τους περιμένουν ο Αυτοκράτορας με την αμετακίνητη φρουρά του, ο Ιουστινιάνι με τους σιδερόφρακτους Γενουάτες του και ο γίγαντας Καρυστινός με τους Κρητικούς του και τους αποδεκατίζουν. Κάποια στιγμή ο Καρυστινός πετά το τόξο του, αρπάζει το ασήκωτο απελατίκι του, που δύο συνηθισμένοι άντρες θα δυσκολεύονταν να σηκώσουν και αφανίζει όποιο κεφάλι προβάλλει από τα τείχη.

Οι ατρόμητοι Γενίτσαροι κλονίζονται και σε λίγο αρχίζουν να υποχωρούν. Και αυτό καταρρακώνει τον σουλτάνο. Δεν έχει κουράγιο ούτε να φωνάξει. Αυτό το σεϊτάν ασκέρ, μοιάζει ανίκητο.

Οι υπερασπιστές της Πόλης όμως αναθαρρεύουν. Τώρα αρχίζει να ελπίζει και ο Κωνσταντίνος, που παρασυρμένος από την ένταση της αναμέτρησης φωνάζει: «Βαστάτε αδέλφια! Η νίκη είναι δική μας!»

Το πεπρωμένο όμως τα έχει αλλιώς γραμμένα. Οχτακόσια μέτρα δεξιά από την πύλη του Ρωμανού, υπάρχει ένα μικρό, υπόγειο σχεδόν, παραπόρτι, χαμένο πίσω από μια κόγχη. Η πόρτα του ξυλόκερκου, που ο λαός την ονομάζει κερκόπορτα. Καμιά 50ριά Γενίτσαροι την ανακαλύπτουν στο φευγιό τους και προς μεγάλη τους έκπληξη διαπιστώνουν ότι είναι ανοιχτή! Περνούν και αρχίζουν να χτυπούν τους υπερασπιστές πισώπλατα. Κάποιοι απ’ αυτούς τρομάζουν και σκορπίζουν αφήνοντας στα χέρια των Γενιτσάρων 3 Πύργους, από τους οποίους πετούν τις σημαίες της Αυτοκρατορίας, καρφώνουν στη θέση τους τα μπαϊράκια τους και οχυρώνονται.

Ο Αυτοκράτορας πληροφορείται το γεγονός και σπεύδει μαζί με τον Καντακουζηνό για να τους απωθήσει. Στο μεταξύ όμως κάποιοι βλέπουν τις κατακόκκινες σημαίες να ανεμίζουν στα τείχη κι αμέσως η φοβερή κραυγή «Εάλω η Πόλις» διατρέχει απ’ άκρη σ’ άκρη τη Βασιλεύουσα.

Δεν είναι αλήθεια. Ο Κωνσταντίνος το γνωρίζει και πεισμώνει περισσότερο. Αναχαιτίζει γρήγορα τους ελάχιστους Γενιτσάρους και επιστρέφει στη θέση του πλάι στον Ιουστινιάνι που μάχεται στην πύλη του Αγίου Ρωμανού.

Και τότε, η μοίρα παίρνει την κατάσταση από τα χέρια των ανθρώπων στα δικά της. Τραυματίζεται ο Ιουστινιάνι και μεμιάς αυτός ο ακατάβλητος μαχητής, καταρρέει. Βλέποντας το αίμα του να τρέχει, χάνει το κουράγιο του, πανικοβάλλεται και ζητά να τον μεταφέρουν στο πλοίο του κοντά στον γιατρό του. Μάταια τον ικετεύει ο Αυτοκράτορας να μείνει για να μη δημιουργηθεί πανικός. Δεν ακούει τίποτα γιατί εκείνον τον έχει ήδη καταλάβει ο πανικός για τη ζωή του.

Ο Αυτοκράτορας στρέφεται στη φρουρά του φωνάζοντας: «Εμπρός παιδιά μου! Πάμε να πεθάνουμε!» Δεν διστάζουν. Ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά και ακολουθούν τον ηγέτη τους. Είναι 8 το πρωί όταν δέχονται επίθεση και από τα νώτα. Η πιστή φρουρά του αποδεκατίζεται. Τους νοιώθει να πέφτουν, αλλά δεν σταματά. Ένας Τούρκος τον χτυπά με το σπαθί του στο πρόσωπο. Το αίμα τον τυφλώνει. Το σκουπίζει με την ανάστροφη του χεριού του και συνεχίζει.

Κάποια στιγμή συνειδητοποιεί ότι έχει απομείνει μόνος. Οι Τούρκοι τον κυκλώνουν και το σπαθί του τσακίζεται στη χούφτα του, όπως του Διάκου κάποια χρόνια αργότερα. Και τότε ακούγεται να λέει: «Ουκ έστιν τις των Χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν εμού;».

Δεν έχει απομένει όμως κανένας. Και ο μαρτυρικός Αυτοκράτορας, ο έσχατος των Βυζαντινών και πρώτος των Ελλήνων, πέφτει στις επάλξεις και μεμιάς τον αρπάζει ο θρύλος. Τον κάνει παραμύθι, παρηγοριά, ψύχωμα και ελπίδα. Και με τούτη την ελπίδα οι Έλληνες, θα αναστήσουν τον «Δράκο», θα τον αναγεννήσουν και στη μνήμη του θα δημιουργήσουν τη Νέα Ελλάδα. Και οι νέοι Έλληνες θα κρατήσουν τον Μαρμαρωμένο Βασιλιά στις ψυχές τους και θα τον ξεμαρμαρώνουν σε κάθε δύσκολη στιγμή της Πατρίδας. Όπως έκαναν το 1821, το 1912, το 1940. Και άμποτε να μη χρειαστεί να το ξανακάνουν.