Θεοδώρα Λούφα-Τζοάννου
facebook


1821

 

 

Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών (ΕΣΗΕΑ):

26 Μαρτίου 2018: Παρουσίαση του νέου Ιστορικού Μυθιστορήματος

«Μιλώντας με τους ήρωες του 1821». Αθήνα

 

Αιδεσιμολογιότατε, κυρίες και κύριοι, αγαπημένες μου φίλες και φίλοι, Οφείλω να ομολογήσω ότι αισθάνομαι τόσο ευτυχής και συγκινημένη από την παρουσία, την αγάπη σας και από όλα τα τιμητικά μου επιδαψίλευσαν οι ομιλητές, που αναρωτιόμουν αν θα έβγαινε η φωνή μου για να σας εκφράσω τα συναισθήματα που με κατακλύζουν.

Ευτυχώς διαπιστώνω ότι ακούγομαι κι έτσι μπορώ να σας πω ένα μεγάλο ευχαριστώ από καρδιάς για την τιμητική παρουσία σας και για όλη τη θετική διάθεση και ενέργεια που μου μεταδίδετε.

Απόψε, όπως ήδη θα διαπιστώσατε, έχει την τιμητική της η νέα γενιά, που φωτίζει, ομορφαίνει και ζωντανεύει τη συντροφιά μας.

Θέλω λοιπόν να ευχαριστήσω τους νεαρούς παρουσιαστές του 8ου Γυμνασίου Νέας Σμύρνης την Αναστασία Νικολάου, τον Δημήτρη Μπιτουλά- Κουρούση και τον Νικόλα Σκευούλη, τόσο για την ωριμότητα με την οποία έκριναν το βιβλίο , όσο και για τις καίριες παρατηρήσεις τους, που επιβεβαίωσαν ότι τα παιδιά μας έχουν και μπορούν να μας δώσουν πολλά, αρκεί να τους ανοίξουμε τα μικρόφωνα και τις καρδιές μας για να τα ακούσουμε.

Επίσης, ευχαριστώ θερμά τα Εκπαιδευτήρια Γείτονα, που με την παρουσία των δικών τους ταλαντούχων παιδιών, άνοιξαν τόσο όμορφα και θα κλείσουν αυτή μας την εκδήλωση.

Αλλά νομίζω ότι αξίζουν συγχαρητήρια και τους δασκάλους, τις καθηγήτριες και τους καθηγητές, αλλά και στους γονείς των παιδιών για την υπέροχη εικόνα που μας παρουσίασαν.

Βέβαια δεν θα μπορούσα να παραλείψω να αναφερθώ και να ευχαριστήσω τις εκδότριες της Άγκυρας, Αναστασία, Άννα και Δήμητρα Παπαδημητρίου, όπως και όλους τους συνεργάτες τους, που αγκαλιάζουν την κάθε μου προσπάθεια σαν να είναι προσωπική τους υπόθεση.

Ευχαριστώ την οικοδέσποινά μας, την πρόεδρο της ΕΣΗΕΑ, κυρία Μαρία Αντωνιάδου, τόσο για την φιλοξενία στον ζεστό χώρο της Ένωσης, όσο και για την ευγενική της κριτική για το βιβλίο, η οποία από μια καταξιωμένη επαγγελματία γραφιά, έχει ιδιαίτερη αξία και σημασία.

Επίσης θέλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στην κυρία Ιωάννα Καργάκου, που με τόση αισθαντικότητα μας μετέφερε την πολύτιμη άποψη του κυρίου Καργάκου, η οποία από μόνη της αποτελεί, ιδιαίτερο βραβείο, όπως τον έχω διαβεβαιώσει ήδη και το επαναλαμβάνω.

Άφησα τελευταίον τον διαχρονικό Δάσκαλο, τον κύριο Σαράντο Καργάκο, από τον οποίο, λίγο – πολύ όλοι σχεδόν έχουμε διδαχτεί, είτε ως μαθητές του είτε ως αναγνώστες κάποιου από τα 101 βιβλία του που μας έχει ήδη δώσει και εύχομαι να συνεχίσει να μας προσφέρει.

Πέρα λοιπόν από την τιμή και το κύρος της παρουσίας του και τη βαρύτητα της άποψής του ως ειδικού, ήθελα να του αποκαλύψω ότι του οφείλω κάτι ακόμα, εξίσου σημαντικό. Του οφείλω το μισό βιβλίο μου, αν δεχτούμε ότι η αρχή είναι το ήμισυ του παντός.

Και αυτό γιατί η απόφαση να ξανοιχτώ στο πέλαγος του 1821, προήλθε σε μεγάλο ποσοστό και από δική του επιρροή. Παρακολουθώντας τα μαθήματά του - βλέπετε γηράσκω αεί διδασκόμενη - ζώντας το πάθος και την αγωνία του για τη συνέχιση της ιστορικής μας μνήμης, κυρίως από τη νεολαία, η οποία για πολλούς λόγους φαίνεται ότι δεν πολυσυμπαθεί το μάθημα της ιστορίας, συνειδητοποίησα ότι όφειλα να τολμήσω αυτό το ταξίδι, που για χρόνια στριφογύριζε στο μυαλό μου και δίσταζα να πραγματοποιήσω.

Και μάλλον δεν είχα άδικο, γιατί πολλές φορές κατά τη διάρκεια της πορείας, ένοιωσα ότι θα πνιγώ μέσα του. Και δεν ξέρω αν θα είχα φτάσει στην ακτή, αν δεν υπήρχε η φωνή της συνείδησής μου, ο Αχιλλέας, που κάθε φορά που λιποψυχούσα, επιστράτευε όλη του την πειθώ κι άλλοτε με το καλό κι άλλοτε μαστιγώνοντας το φιλότιμό μου, με βοήθησε να φτάσω μέχρι το τέλος.

Ίσως ακούγεται υπερβολικό, αλλά είναι απόλυτα αληθινό. Γιατί οι δυσκολίες ήταν πολλές και προέκυπταν από το γεγονός ότι αποφάσισα να αναμετρηθώ με ένα θέμα πάρα πολύ γνωστό και συζητημένο και ως εκ τούτου ιδιαίτερα επίπονο και απαιτητικό, κυρίως επειδή απευθύνεται στη νεολαία.
Έπρεπε να συμπεριλάβω εννέα χρόνια αγώνων, ολοκαυτωμάτων, διχονοιών και εξωτερικών επεμβάσεων, μέσα σε περιορισμένο αριθμό σελίδων, ώστε το αποτέλεσμα όχι απλώς να μην γίνει απωθητικό λόγω όγκου, αλλά αντίθετα να γίνει ελκυστικό έστω και με κάποιο τέχνασμα. Και το τέχνασμα είναι η Πόρτα του Χρόνου και της ιστορίας.

Ως προς αυτό, δεν σας κρύβω ότι άκουσα με ιδιαίτερη ικανοποίηση τους νεαρούς παρουσιαστές να την αναφέρουν στα θετικά του βιβλίου και τους ευχαριστώ θερμά γι’ αυτό. Επίσης πρέπει να δώσω μια εξήγηση για την παράλειψη, την οποία το διεισδυτικό νεανικό μυαλό εντόπισε στο βιβλίο. Το γεγονός δηλαδή, ότι δεν έχει δοθεί στις γυναίκες αγωνίστριες ο χώρος και η προβολή που τους αξίζουν. Ο λόγος, Αναστασία μου, είναι ότι είχα δύο επιλογές. Ή να έχετε στα χέρια σας ένα αφύσικα μεγάλο βιβλίο ή να κάνω περικοπές στα άθλα των ηρωίδων μας. Το σκέφτηκα πολύ, αλλά ομολογώ ότι δεν μου άρεσε καμιά από τις δύο κι έτσι επέλεξα την τρίτη λύση, που πρότεινες ήδη. Να αφιερώσω στις ηρωίδες μας το δικό τους βιβλίο, όπως άλλωστε τους αξίζει.

Τώρα, ως προς το τι φταίει και το μάθημα της ιστορίας απωθεί τα περισσότερα παιδιά, τείνει να γίνει Δήλιο πρόβλημα ακόμα και για τους ειδικούς, οπότε δεν είμαι κατάλληλη για να το απαντήσω. Το μόνο που πιστεύω με βεβαιότητα είναι ότι δεν φταίνε τα ίδια τα παιδιά.

Η εύκολη απάντηση είναι ότι φταίει το σχολείο ή τα κακογραμμένα βιβλία. Αλλά είναι μόνο αυτό; Γιατί οι νευροεπιστήμονες και οι άλλοι ειδικοί που ασχολούνται με τα παιδιά και τη νοητική και πνευματική τους ανάπτυξη, επισημαίνουν ότι οι πρώτες βάσεις του χαρακτήρα και των δεξιοτήτων τους χτίζονται σε μεγάλο ποσοστό μέχρι το 5ο έτος της ηλικίας τους. Συνεπώς τα θεμέλια τα βάζει το σπίτι και το σχολείο συνεχίζει το χτίσιμο.

Εδώ, ζητώντας την ανοχή και τη συγγνώμη σας, μπαίνω στο πειρασμό μιας προσωπικής αναφοράς, προς επιβεβαίωση των ανωτέρω. Θυμάμαι, ότι για τα αδέλφια μου και την υποφαινόμενη, η ιστορία, τουλάχιστον στο δημοτικό, ήταν για μας, εύκολο και αγαπητό μάθημα.

Όχι γιατί διαθέταμε κάποιο ιδιαίτερο χάρισμα, αλλά επειδή είχαμε ένα πατέρα, που από την νηπιακή μας ηλικία μας αφιέρωνε τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο του - που ήταν ιδιαίτερα περιορισμένος - και μας αφηγείτο την ιστορία και τη μυθολογία σαν παραμύθι. Και καθώς δεν υπάρχει πιο δυνατό, περιπετειώδες και ελκυστικό παραμύθι από αυτό, ακούγαμε και μαθαίναμε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Έτσι, στα πρώτα σχολικά μας χρόνια, δεν πασχίζαμε να παπαγαλίσουμε ένα ακόμα μάθημα, αλλά απλώς να συμπληρώσουμε τη γνώση που είχαμε ήδη κατακτήσει εντελώς άκοπα. (Αϊνστάιν) .

Φίλες και φίλοι μου, όλοι οφείλουμε στα παιδιά και όλοι πρέπει να συστρατευτούμε για το καλό τους, χωρίς ανταγωνισμούς και επιμερισμούς ευθυνών.

Πρέπει να τα πείσουμε με το παράδειγμά μας, ότι το διάβασμα είναι απόλαυση και όχι αγγαρεία. Για να γίνει όμως αυτό, οφείλουμε εμείς πρώτοι, να αποδράσουμε από τις οθόνες μέσα στις οποίες εγκλωβιστήκαμε και τα παρασύραμε μαζί μας. Πρέπει εμείς να ξανασυνηθίσουμε να επικοινωνούμε πραγματικά συζητώντας και όχι με sms, ι moji ή greeklis. Ας διδάξουμε στα παιδιά μας να σκέπτονται, να νοιώθουν, να εκφράζονται, να αναζητούν και να μορφώνονται και όχι απλώς να αποστηθίζουν, γιατί τότε – και με το δίκιο τους,- βαριούνται. Βέβαια, όλοι έχουμε αναγκαστεί εκ των πραγμάτων, να καναλιζάρουμε τα παιδιά στην εξειδικευμένη γνώση, γιατί έτσι προστάζει το σύστημα και ο ανταγωνισμός.

Το ερώτημα βέβαια είναι τι αποτέλεσμα θα έχει αυτό.
Δεν θα ξεχάσω την αγράμματη γιαγιά μου, με πόσο σεβασμό, στα όρια του δέους, αντιμετώπιζε τα σπουδασμένα εγγόνια και ανίψια της. «Να τους ακούς, παιδάκι μου», με συμβούλευε. «Είναι μορφωμένοι, σπουδαγμένοι και ξέρουν…». Στην εποχή μας, εμείς οι σπουδαγμένοι, αντικαταστήσαμε αυτές τις μεστές από ουσία λέξεις, με τη λέξη πτυχιούχος . Όμως αγαπημένοι μου, ένα πτυχίο δεν κάνει τον μορφωμένο άνθρωπο. Μπορεί να κάνει έναν επιτυχημένο επαγγελματία, έναν καλό εξειδικευμένο επιστήμονα, όχι όμως αυτό που εννοούσε η γιαγιά με τον δικό της τρόπο.

Γιαυτό όσο υπάρχει καιρός και πριν ξεκινήσει ο Μαραθώνιος της προετοιμασίας για τις Πανελλήνιες, Πανελλαδικές ή όπως κι αν αποκαλούνται, ας δώσουμε την ευκαιρία στα παιδιά μας να μορφωθούν. Εξάλλου, όσο πιο νωρίς τροφοδοτήσουμε τον εγκέφαλό τους με αξίες, γνώσεις και ιδανικά, τόσο πιο βαθειά θα αποτυπωθούν και τόσο πιο αποτελεσματικά θα τα εμπνέουν στο μέλλον.

Κλείνοντας, επιτρέψτε μου να μας υπενθυμίσω κάτι πασίγνωστο και αυτονόητο. Η παιδική ψυχή έχει ανάγκη την ομορφιά, το παραμύθι και τα πρότυπα. Έχει ανάγκη να θαυμάζει και να εμπνέεται για να μπει στον πειρασμό να μιμηθεί . Ας μην την πληγώνουμε ( αποκαρδιώνουμε) ψαλλιδίζοντας τις ανάγκες της ή προσπαθώντας να μικρύνουμε τα πρότυπα, τους ήρωές μας, ίσως επειδή φοβόμαστε μήπως συγκριθούμε μαζί τους και αποδειχτούμε ελλιπείς. Και αν δεν σεβόμαστε τους προγόνους μας, ας σεβαστούμε τις γενιές που θα μας διαδεχτούν, γιατί έχουν κάθε δικαίωμα να γίνουν καλύτερες από εμάς.