Θεοδώρα Λούφα-Τζοάννου
facebook


Αποσπάσματα από το βιβλίο

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

kp

… «Λάμπει η Εκκλησία και μοσχοβολάει το θυμίαμα. Το τρεμάμενο φως των κεριών και των καντηλιών σκορπίζει χιλιάδες ανταύγειες όπως αντανακλά πάνω στα χρυσοστόλιστα άμφια των κληρικών και στα ψηφιδωτά του Ναού. Οι μορφές των Αγίων φαντάζουν πιο κοντινές, σχεδόν ζωντανές και οι μελωδίες των ψαλμών θαρρείς ότι βγαίνουν από τα στόματα των αγγέλων του τρούλου και του τέμπλου.

Η τελετή αρχίζει με το ντύσιμο του Κωνσταντίνου από το Μητροπολίτη. Η στολή του στρατιώτη δίνει τη θέση της στην πορφύρα ενώ τα χρυσοκέντητα τσαγκία* ολοκληρώνουν την αμφίεση. Τώρα όλα είναι έτοιμα. Αργά-αργά κατεβαίνει από τον άμβωνα ο Κωνσταντίνος και παίρνει θέση μπροστά στο Ιερό, κάτω από τον μεγάλο πολυέλαιο. Στο δάπεδο, φτιαγμένος από ψηφίδες, ένας περίτεχνος δικέφαλος, απλώνει τα φτερά του. Και εκεί ακριβώς πηγαίνει και στέκεται ο μελλοντικός φύλακάς του.

Οι ψαλμωδίες κορυφώνονται. Οι καμπάνες αχολογούν σ’ όλο το Μυστρά. Το θυμίαμα σκορπίζεται ως έξω. Και το συγκεντρωμένο πλήθος αναρριγεί από συγκίνηση.

Οι ιερείς βγαίνουν στην Ωραία Πύλη. Γονατίζει ο Κωνσταντίνος. Ο Μητροπολίτης κατεβαίνει τα δύο-τρία σκαλοπάτια του Ιερού και στέκεται μπροστά στο γονατισμένο Δεσπότη. Στα χέρια του λάμπει ολόχρυσο το στέμμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Με κινήσεις αργές, τελετουργικές, μα και με συγκίνηση μεγάλη, που κάνει τα χέρια του να τρέμουν, εναποθέτει το στέμμα στο σκυμμένο κεφάλι του Κωνσταντίνου.

Εκείνη τη στιγμή, το συγκεντρωμένο πλήθος, σαν ένας άνθρωπος, σαν μια ψυχή, ξεσπάει σε ζητωκραυγές ασταμάτητες:

ΑΞΙΟΣ – ΑΞΙΟΣ – ΑΞΙΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ ΠΟΛΛΑ ΤΑ ΕΤΗ ΠΟΛΛΑ ΠΟΛΛΑ» …

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

… «Κοντεύουν δυο μήνες που μας χτυπούν οι καταραμένοι, συμπληρώνει τρίζοντας με λύσσα τα δόντια του. Δυο μήνες και δε λένε να το βάλουν κάτω. Όμως ούτε κι εμείς θα τους κάνουμε τη χάρη να λυγίσουμε. Έτσι δεν είναι παιδιά; ρωτάει τους στρατιώτες τριγύρω.

-Έτσι Τουρμάρχη! (*) φωνάζουν εκείνοι και τα μάτια τους αστράφτουν. Ή θα νικήσουμε ή θα πέσουμε μαζί σου. Την Πόλη πάντως δεν την αφήνουμε στους Μεμέτηδες. Και με τα λόγια αυτά πετιούνται όλοι όρθιοι λες και έφυγε ξαφνικά όλη η κούραση από πάνω τους. Λες και μόλις τώρα ξεκινούν ξεκούραστοι και αποφασισμένοι.

Ο Νικόλας σαστίζει. Τους κοιτάζει και δεν πιστεύει στα μάτια του. Πώς αυτοί οι κατάκοποι άνθρωποι, με δυο λόγια του αρχηγού τους, ξαναζωντάνεψαν και πετάχτηκαν έτσι;

-Αυτό είναι θαύμα, ψιθυρίζει με κατάπληξη και ο Δημήτριος που τον ακούει γυρίζει και του χαμογελάει με αγάπη.

-Ακριβώς, Νικόλα μου. Αυτή είναι η σωστή λέξη. Το θαύμα της φυλής μας. Η ευλογία και η κατάρα μας μαζί. Να πρέπει να καούμε για να ξαναγεννηθούμε από τις στάχτες μας. Ναι, είναι θαύμα και με τη δύναμή Του πιστεύουμε ότι θα τα καταφέρουμε και αυτή τη φορά να διώξουμε τους Αγαρηνούς και να σώσουμε την Πόλη. Όμως φτάνουν τα λόγια. Δεν έχουμε καιρό.» …

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

… «Είναι περίπου τρεις η ώρα, η πιο βαριά ώρα της νύχτας πριν το ξημέρωμα, όταν ο ουρανός φλογίζεται από τα κανόνια, τους πυρσούς, τις φωτιές και τα όπλα των απίστων.

Η νύχτα αυτή έμελλε νε μείνει αξημέρωτη για τη Ρωμιοσύνη, αφού λίγο μετά τις πρώτες εκρήξεις, λίγο μετά τους πρώτους κανονιοβολισμούς, μια φωνή τρομαχτική, ένα ουρλιαχτό τερατώδες σκεπάζει κάθε άλλον ήχο απ’ άκρη σ’ άκρη στη Βασιλεύουσα. «Η Πόλις Εάλω». Δηλαδή αλώθηκε, κυριεύτηκε, σκλαβώθηκε η Κωνσταντινούπολη.

Νεκρική σιγή που τη σκεπάζει ο τρόμος, επικρατεί στην Εκκλησία. Τα μάτια διάπλατα στρέφονται στο Θεό. Τώρα μόνο Αυτός μπορεί να τους σώσει.

Απέξω ακούγονται ουρλιαχτά, πυροβολισμοί,, θρήνοι, μαζί με σάλπιγγες και ξενόγλωσσους αλαλαγμούς. Οι κατακτητές πλησιάζουν.» …

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

… «Τρόμαξα, καπετάνιε. Τρόμαξα πολύ. Χάθηκαν όλα. «Εάλω η Πόλις», φωνάζει. Μα την ίδια στιγμή, γεμάτο μια ανήσυχη ελπίδα, ρωτάει:

-Είναι αλήθεια; Πες μου εσύ που τα ξέρεις όλα. Είναι αλήθεια ότι πάλι με χρόνους και καιρούς πάλι δικά μας θάναι;

Ο καπετάνιος ξεσφίγγει τα χέρια του παιδιού από το λαιμό του, γονατίζει, το αγκαλιάζει με αγάπη και λέει χαμογελώντας:

-Ώστε την άνοιξες τελικά την «Πόρτα» σου Νικόλα ε; Και ύστερα με φωνή σίγουρη, σαν προφητεία, απαντάει στο γεμάτο αγωνία ερώτημα του παιδιού:

-Όσο γι’ αυτό που με ρώτησες, ένα έχω να σου πω. Πάντα είναι δικά μας, Νικόλα μου. Τίποτα δε χάνεται όσο το κρατάμε στην καρδιά μας και στη μνήμη μας. Και όσο η Ελλάδα θα έχει παιδιά σαν εσένα, πάντα όλα θα είναι δικά μας. Ίσως τώρα μάλιστα να είναι περισσότερο δικά μας από όσο ήταν πριν τα χάσουμε.» 

 

*Τσαγκία = σανδάλια
*Τουρμάρχης = αξιωματικός