Θεοδώρα Λούφα-Τζοάννου
facebook


Από την ιστορική σειρά «Η Πόρτα του Χρόνου και της Ιστορίας»

… Η «Πόρτα του Χρόνου» είναι η πόρτα της γνώσης και η   «Πόρτα της Ιστορίας» είναι η πόρτα της Φυλής…

 PORTA

 

 

Τα Ιστορικά Μυθιστορήματα «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος», «Στα χνάρια των Φιλικών» και «Μιλώντας με τους ήρωες του 1821», από τη σειρά «Η Πόρτα του Χρόνου και της Ιστορίας», έχουν μια ιδιομορφία, χάρη στην οποία ο αναγνώστης «βιώνει» τα γεγονότα που περιγράφονται.

Η ιδιομορφία αυτή συνίσταται στο εύρημα της «Πόρτας του Χρόνου και της Ιστορίας» και στον ήρωα των βιβλίων, τον Νικόλα, ο οποίος «περνώντας» την «Πόρτα», μεταφέρεται στο χρόνο που διαδραματίζονται σημαντικά ιστορικά γεγονότα, κάνοντας τη γνώση αποτελεσματική, χωρίς να θυμίζει υποχρεωτική διδασκαλία. ΄Ετσι, οι αναγνώστες μαθαίνουν την ιστορία μας με την ευχαρίστηση που διαβάζουμε ένα γλαφυρό λογοτεχνικό έργο, μόνο που το έργο αυτό, βασίζεται απόλυτα στην ιστορική πραγματικότητα.

………………………………………………………………………………………………………………………........................................... ………………………………………………………….......................................................................................................................................

 .....- «Καλώς το παλικάρι. Μα τί γίνεται; Κάτι έχεις εσύ. Τί σου συμβαίνει; Έπεσαν τα καράβια σου έξω;»

- «Γεια καπετάνιο», απαντάει άκεφα ο Νικόλας. «Καλά που σε βρήκα».

- «Ε! Ε! Σαν πολύ σοβαρός μου φαίνεσαι σήμερα. Για πάμε μέσα να τα πούμε.»

Λέγοντας «μέσα» ο καπετάνιος εννοεί να μπουν στο Κάστρο, κάτω χαμηλά στον Έβδομο, απέναντι από το έμπα του λιμανιού, απ’ όπου το μάτι ξανοίγεται στο πέλαγος και ο νους αρμενίζει ασυγκράτητος.

- «Έλα, αγόρι μου, πες μου τί σε βασανίζει;»

 Ο Νικόλας φαίνεται να διστάζει. Τα μεγάλα γκριζογάλανα μάτια του είναι γεμάτα αναπάντητα ερωτηματικά. Θέλει να ρωτήσει, να μάθει επιτέλους την αλήθεια, μα διστάζει. Ντρέπεται και λίγο. Βλέπεις, δε θέλει να τον πάρει ο καπετάνιος για κανέναν αλλοπαρμένο. Τον θαυμάζει πολύ και σέβεται τη γνώμη του.

 - «Λοιπόν; Θα μου πεις;»

 - «Ξέρεις, καπετάνιε, θέλω να σε ρωτήσω κάτι, μα διστάζω, γιατί μπορεί να σου φανεί τρελό.»

 - «Μην ανησυχείς, Νικόλα. Αφού σε βασανίζει, πες το μου.»

 - «Να, πριν λίγες ημέρες άκουσα κάτι που με αναστάτωσε. Υπάρχει λέει μια Πόρτα που καλά - καλά δεν κατάλαβα που βρίσκεται και λέγεται «Η Πόρτα του Χρόνου και της Ιστορίας» και όποιος τη διαβεί, θα δει πολλά και θαυμαστά. Από τη στιγμή που το άκουσα δεν μπορώ να τη βγάλω από το μυαλό μου. Κοιμάμαι και ξυπνάω με τη σκέψη της. Φαντάζομαι ότι τη βρίσκω, ότι την ανοίγω, ότι περνάω απ’ αυτή και βρίσκομαι σε κόσμους άλλους. Προσπαθώ να φανταστώ πώς μπορεί να είναι, πού βρίσκεται, πού οδηγεί; Τη φαντάζομαι μεγάλη, να κάπως σαν την πόρτα τοu Κάστρου, μα τι κρύβει από πίσω δεν ξέρω. Σε παρακαλώ πες μου. Εσύ που έχεις δει τόσα και τόσα, πες μου υπάρχει αυτή η Πόρτα;»

 Είναι τέτοια η λαχτάρα του παιδιού, που ο καπετάνιος διστάζει. Βγάζει από την τσέπη το σκαλιστό του τσιμπούκι και το ανάβει σκεφτικός. «Εδώ σε θέλω καπετάνιε», συλλογίζεται. «Τώρα, τί του λες του Νικόλα;» Μένει έτσι σκεφτικός κάμποσες στιγμές ατενίζοντας το πέλαγος και ύστερα γυρίζει προς το παιδί, ακουμπάει το χέρι στον ώμο του και του λέει:

 - «Υπάρχει, Νικόλα μου! Η «Πόρτα του Χρόνου» είναι η πόρτα της γνώσης και η «Πόρτα της Ιστορίας» είναι η πόρτα της Φυλής. Είναι μέσα μας. Την κουβαλάμε όλοι στην ψυχή μας. Μα, μόνο λίγοι τη βρίσκουν και την ανοίγουν. Γιατί είναι λίγοι και εκλεκτοί εκείνοι που την αναζητούν.»

 - «Εγώ τη θέλω καπετάνιε. Πρέπει να τη βρω.»

 - «Αν τη θέλεις, θα την βρεις. Μόνο πρόσεχε. Αυτή η «Πόρτα» κρύβει πόνο και θέλει κουράγιο για να την περάσεις.»

 - «Θα την περάσω», λέει αποφασιστικά το παιδί. «Ναι, θα την ανοίξω και θα την περάσω.»

 - «Τότε καλό ταξίδι, παλικάρι μου», απαντά ο καπετάνιος χαϊδεύοντας με αγάπη το κεφάλι του παιδιού.» …