Θεοδώρα Λούφα-Τζοάννου
facebook


Αποσπάσματα από το βιβλίο

Η μεγάλη αναμέτρηση

ima

 

…«Όλα κυλούν ήρεμα, σχεδόν τέλεια.

Η ζωή στο σχολείο είναι ό,τι καλύτερο θα μπορούσε να ονειρευτεί ένα παιδί. Φίλοι, παλιοί και καινούργιοι, που τον περιβάλλουν με αγάπη, καθηγητές που τον αγκαλιάζουν με στοργή, μαθήματα που τον ευχαριστούν και δεν τον δυσκολεύουν και κυρίως ο Πρίγκιπας μαζί του, να τον γεμίζει υπερηφάνεια και σιγουριά με την παρουσία του.

Μα και στο σπίτι, όλα έχουν βρει πια τους ρυθμούς τους. «Έχουν μπει σε μια σειρά», όπως τονίζει συχνά-πυκνά η μητέρα του, ευχαριστώντας τον Θεό για τη βοήθειά Του.
Τόσο καλά είναι τα πράγματα, που ο πατέρας έχει αρχίσει να κάνει σχέδια για ένα δικό τους σπίτι, που με τη βοήθεια των καινούργιων φίλων και συναδέλφων του, θα φτιάξει μόνος του, έτσι που να θυμίζει το παλιό, μα θα είναι πιο σύγχρονο, πιο «μοδέρνο» όπως λέει, κάνοντας τον Ιβάν να τον πειράζει κάθε τόσο.

Τότε τί φταίει και δεν είναι ευτυχισμένος; Γιατί εκεί που είναι μια χαρά, ανάμεσα σε φίλους αγαπημένους και -επιτέλους- γονείς ήρεμους, ο ίδιος νοιώθει ένα ασήκωτο βάρος να πιέζει το στήθος του και να του μαυρίζει τις ημέρες; Γιατί τα βράδια που πέφτει να κοιμηθεί δεν του κολλάει ύπνος, η σκέψη του ξεστρατίζει και τα μάτια του γεμίζουν δάκρυα; Είναι αχάριστος;

«Επιτέλους τί σου λείπει;» μουρμουρίζει επιπλήττοντας τον εαυτό του με αγανάκτηση και την ίδια στιγμή χαμογελάει πικρά, γιατί κατά βάθος ξέρει. Ξέρει ακριβώς τι του λείπει και δεν τον αφήνει να χαρεί αυτά που θα έπρεπε να τον κάνουν ευτυχισμένο, αν…
Αχ! Αυτό το πικρό ΑΝ.                                                                                                                    

Αυτό το πικρό ΑΝ, που στοιχειώνει τις νύχτες του, που βαλτώνει τα συναισθήματά του, που κάνει την ψυχή του βαριά σαν μολύβι! Αν μπορούσε να μιλήσει σε κάποιον. Μα ποιόν να επιλέξει»…

 

 ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

… -«Αστειεύεστε; Γράμμα στον Άγιο Βασίλη θα γράψετε. Μπορεί να έχει περιορισμούς;

Μπορείτε να ζητήσετε ό,τι θέλετε και αν κάποιος από εσάς θεωρεί ότι αυτό που ζήτησε δεν πρέπει να κοινολογηθεί, δεν έχει παρά να σημειώσει στο γραπτό του και έχετε το λόγο μου ότι θα μείνει μυστικό ανάμεσα σ’ αυτόν, στον Άγιο και στον ενδιάμεσο, δηλαδή εμένα...

…«Τα παιδιά για πρώτη φορά ησυχάζουν αμέσως, ανοίγουν τα τετράδιά τους και αρχίζουν να γράφουν χωρίς χρονοτριβή.                    

 Η καθηγήτριά τους τα παρακολουθεί με μητρικό χαμόγελο, να μεταμορφώνονται σαν από θαύμα, από αγριωποί έφηβοι σε αυτό που πραγματικά είναι, ονειροπόλα, γεμάτα τρυφερότητα και πίστη στο όνειρο παιδιά, που αφήνουν τους εαυτούς τους ελεύθερους να βιώσουν και πάλι τη χαρά της αθωότητας και της πίστης στα θαύματα και στα παραμύθια.

«Ίσως να είμαστε ασυγχώρητοι», συλλογίζεται, «που έχουμε χάσει την πραγματική επικοινωνία με τα παιδιά. Δίνουμε περισσότερο βάρος στα πρακτικά και ξεχνάμε, αιχμαλωτισμένοι και εμείς στα διάφορα πρέπει, τις ανάγκες της ψυχής τους. Τα πιέζουμε, τα πειθαναγκάζουμε, τα στύβουμε πραγματικά και τους κόβουμε αυτό που έχουν ανάγκη για να είναι ευτυχισμένα. Το οξυγόνο της ανεμελιάς, του ονείρου, της φαντασίας και της ελευθερίας. Τους παρέχουμε πολλά. Ίσως τα περισσότερα απ’ ό,τι είχαν ποτέ παιδιά.

Μα είναι τόσο πεζά, τόσο καθημερινά, που τα αφήνουν σχεδόν αδιάφορα. Και τότε τα λέμε αχάριστα, ανικανοποίητα, άπληστα, χωρίς να σκεφτόμαστε ποιος ευθύνεται γι’ αυτό που γίνονται τα παιδιά μας.» …                                                     

… «Ε, λοιπόν, η σημερινή ημέρα της αυτοκριτικής και της αυτογνωσίας, ας είναι και η δική μου ευκαιρία να επωφεληθώ από το θαύμα των Χριστουγέννων. Να επικοινωνήσω, με όσο παιδί έχει απομείνει μέσα μου, με τον Άγιο Βασίλη και να του ζητήσω να με βοηθήσει να αναθεωρήσω την πορεία μου, να απαλλαγώ, όσο μου επιτρέπεται, από τα καταπιεστικά πρέπει και να γίνω καλύτερη σ’ αυτό που πάντα ονειρευόμουν.» …

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 


… «Τί γυρεύει ο Ιβάν από τον Άγιο Βασίλη; Με δυο λόγια, τον ικετεύει, όταν τελειώσει το μοίρασμα των δώρων του σ’ όλα τα παιδιά του κόσμου, να τον εμπιστευτεί και να του δανείσει για λίγο το έλκηθρό του, ώστε να πετάξει μόνο για μια στιγμή κοντά στον παππού και στους φίλους του που έχει αφήσει πίσω και πονά αφόρητα από την απουσία τους.                                                                                              

  -«Αν γίνεται -του λέει- σε ικετεύω, βοήθησέ με να νιώσω τη χαρά των Χριστουγέννων έστω και σαν όνειρο, έστω για μια στιγμή μόνο».
Το τέλος της ανάγνωσης, βρίσκει μια ολόκληρη τάξη ακίνητη, πλημμυρισμένη από συναισθήματα που ίσως και να μην ένιωθε ποτέ αν δεν τα είχε μοιραστεί έτσι, μ’ αυτό τον τρόπο που τα μοιράστηκε.» …

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

 


… -«Μα τί έχουμε να χάσουμε; ρωτά ο παππούς.

Έτσι κι’ αλλιώς, ο Πρίγκιπας είναι η μόνη μας ελπίδα. Ας το τολμήσουμε και ο Θεός βοηθός.
-Μη φοβάστε, τους ησυχάζει ο Ιβάν. Θα τα καταφέρει.

Είμαι σίγουρος ότι δεν θα μας απογοητεύσει. Θα δείτε.

Έτσι ο Πρίγκιπας, μετά την υπομονετική καθοδήγηση του Ιβάν, ξεκινά για την πιο δύσκολη και επικίνδυνη αποστολή που έχει αναλάβει ποτέ. 

Φεύγει από το σπίτι κρατώντας στο στόμα του ένα μπαλάκι και αρχίζει να περιπλανιέται εδώ κι εκεί, ψάχνοντας σκουπίδια, μυρίζοντας ξένες πόρτες, «σημαδεύοντας» γωνιές και κήπους, μα πάντα με το μικρό μπαλάκι στο στόμα. Κάποια στιγμή και μετά από περιπλάνηση αρκετών ωρών, καταλήγει στη γειτονιά του Αλεξέι, όπου εντελώς «τυχαία» ανακαλύπτει ένα σωρό σκουπιδιών στην αυλή του και σπεύδει να ψάξει μήπως και βρει εκεί κάποιον πολυπόθητο μεζέ για να χορτάσει την πείνα του.                                                                                                     

Σκαλίζει με ανυπομονησία τα σκουπίδια, αναποδογυρίζει κουτιά, σκίζει σακούλες, μέχρι που ανακαλύπτει κάτι που τον ενδιαφέρει και αρχίζει να γαβγίζει ευχαριστημένος.                                                                                                                             

Ο Αλεξέι ακούει το γάβγισμα και η καρδιά του αναπηδά.                                                                  

«Ο  Πρίγκιπας! Τον έστειλε σίγουρα ο Ιβάν! Για κάτι θέλει να με ενημερώσει ο φίλος μου. Δεν με ξέχασε», συλλογίζεται και αμέσως πετιέται από το κρεβάτι του και βγαίνει έξω, όπου βλέποντας τον χαλασμό που έχει κάνει στο μεταξύ ο Πρίγκιπας, αρχίζει να του φωνάζει τάχα αγριεμένος.

Ο έξυπνος σκύλος απομακρύνεται ενώ ο Αλεξέι αρχίζει να συμμαζεύει  τα σκορπισμένα σκουπίδια, ανάμεσα στα οποία βρίσκεται το μπαλάκι που του άφησε ο Πρίγκιπας. Το παίρνει και το βάζει με τρόπο στην τσέπη του. Συγχρόνως, κατευθύνεται προς την αποθήκη για να πάρει υποτίθεται μερικές σακούλες, να μαζέψει τα σκορπισμένα σκουπίδια. Όταν βγαίνει, αφήνει την πόρτα μισάνοιχτη, ενώ σφυρίζει «ανέμελα» έναν συγκεκριμένο σκοπό.

Το σφύριγμα φτάνει στ’ αυτιά του Πρίγκιπα που περιμένει κρυμμένος ανάμεσα σε μερικούς θάμνους και αμέσως σπεύδει να τρυπώσει στην αποθήκη.

Εκεί τον βρίσκει ο Αλεξέι όταν τελειώνει το «συμμάζεμα» και τον αγκαλιάζει με αγάπη. Συγχρόνως, ανοίγει το σκισμένο μπαλάκι που του έφερε και βγάζει από μέσα
ένα χιλιοδιπλωμένο και πυκνογραμμένο χαρτί με τις οδηγίες που του στέλνει ο φίλος του…                                                                                                                                   

Διαβάζει και ξαναδιαβάζει με λαχτάρα όσα του γράφει, κρατώντας στην αγκαλιά του τον Πρίγκιπα, που και μόνο η παρουσία του, του δίνει κουράγιο για τον σκληρό αγώνα που ήδη άρχισε.
-Θα τα καταφέρουμε φιλαράκο, ψιθυρίζει στον Πρίγκιπα και εκείνος ανατριχιάζει, δείχνοντάς του ότι συμφωνεί μαζί του, αλλά δεν βγάζει τον παραμικρό ήχο, για να μην προδοθεί η παρουσία του.» …